Ο «ΤΑΦΟΣ» ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ ΚΑΙ ΤΟ «ΕΙΚΟΣΙ» ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ – ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ 👇

Άρθρα Νέα Στήλες

Ο “Τάφος” του Κωστή Παλαμά
και
η ποιητική συλλογή “Είκοσι” του Παντελή Μπουκάλα

(Και οι δυο Μεσολογγίτες)

Τι τραγικό για έναν πατέρα να χάνει τον πεντάχρονο γιο του
και τι γόνιμο για την ποίηση.
Κ. Παλαμάς

✍️ Του Γιάννη Πετρόπουλου

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΒΟΥΤΙΑ στο θρήνο της δημοτικής μας ποίησης, της ανώνυμης (είπαμε, τότε που ο λαός δεν ήξερε γράμματα) δεν μπορεί να μην κάνεις ένα στάσιμο στο λόγο, γιατί είναι ποίηση να συμπάσχει η αδιάφορη φύση σε κάτι το φυσικό. Ναι, είναι φυσικό ένας άνθρωπος να πεθαίνει και να είναι χορτάτος ζωή, αυτό το ξέρουν τα δέντρα που χάνουν το φύλλωμα τους το χειμώνα(πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις, όπως υπάρχουν και οι υπεραιωνόβιοι) , αλλά ακόμα κι έτσι, η δημοτική ποίηση για έναν ηλικιωμένο έχει τρόπο να τον “ψάλει”, αλλά με άλλη ένταση. Θέλει το μνημούρι του ψηλά ν’ αγναντεύει, παρόλη την ηλικία του θέλει να βλέπει, θέλει ν’ ακούει πουλάκια να λαλούν, νέους ν’ αγαπιούνται, θέλει το άδικο να γίνεται σωστό, άσχετα αν όσο ζούσε το άδικο έψαχνε, τώρα που πέθανε τα θέλει όλα τέλεια. Αυτόν τον θάνατο τον χαίρεσαι, χορτάτος ζωή και χορτάτος «θέλω», πράγμα αντίθετο με τον βίο και την πολιτεία του αποθανόντα όταν ήταν στη ζωή.
Όταν όμως ένας ποιητής χάνει τον πεντάχρονο γιο του, και αυτό που λέμε “δημοτική ποίηση” έχει πάψει από αιώνες να υπάρχει, ε, τότε, το χρέος αυτό το αναλαμβάνει ο πραγματικός ποιητής πατέρας και το αποτέλεσμα είναι αυτό που μπορεί να βρει ο καθένας μας διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Τάφος», μελετώντας, μεγεθύνοντας, κοινωνώντας με τα λόγια και ο καθένας από μας μπορεί να καταλάβει πότε η ποίηση πετυχαίνει το σκοπό της και πότε ξαστοχά. Ο Παλαμάς πατέρας ποιητής το έκανε το χρέος του.

ΑΦΚΙΑΣΤΟ κι αστόλιστο
Του Χάρου δε σε δίνω
Στάσου με τ’ ανθόνερο
Την όψη σου να πλύνω.

Μήπως και του Χάροντα
Καθώς θα σε κοιτάξη
Του φανής αχάιδευτο
Και σε παραπετάξη!

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΓΑΛΎΤΕΡΗ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΤΟ ΠΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ. Η ΑΛΛΗ ΕΊΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ΑΛΛΑ ΕΚΕΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΝΟΗΣΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΓΕΛΟΙΟΠΟΙΗΘΕΙ.
Τολμώ να φανταστώ τον Παλαμά σκυμμένο πάνω στα χαρτιά του κάτω από το φως της λάμπας θυέλλης να γράφει τον «Τάφο» για τον πεντάχρονο αδικοχαμένο γιο του, αλλά δεν μπορώ να τον φανταστώ κλαψιάρη. Το ποίημα που έγραψε τον δικαιώνει. Δεν είναι εύκολο αγαπητοί συμπολίτες να γράφει ποίημα πατέρας ποιητής στον αδικοχαμένο γιο του χωρίς να λυγίσει. Το αγκωνάρι αυτό του το δίνει η ίδια η ποίηση που κατέχει την τέχνη της και βέβαια η Παράδοση ενός λαού που έκανε τέχνη της ζωής το μεγαλειώδες αντίπαλο που είναι ο ακατανόμαστος θάνατός. Τον ονομάτισε ο λαός μου από τον αρχαίο κόσμο μέχρι την εποχή που δεν ήξερε γράμματα, Σπαρτιάτισσα μητέρα, Διγενής, Τράφος και Χαντάκι και άλλα πολλά γι’ αυτούς που ξέρουν γράμματα, για τους άλλους ο θρήνος που τους πρέπει.
Ο Παλαμάς με την ποιητική συλλογή έδειξε ότι ο γραπτός λόγος και κυρίως ο ποιητικός δεν έχει χαντάκια και τράφους, έχει Αχιλλέα που λέει στον Οδυσσέα όταν κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο και τον αντίκρισε. “Ένδοξε μέσα στους πιο ένδοξους σε χαιρετώ”. Κι απαντά ο Αχιλλέας. “Καλύτερα στον απάνω κόσμο χοιροβοσκός, πάρα εδώ κάτω ο πιο ένδοξος μες΄ τους νεκρούς”.
Αυτό λέει κι ο Παλαμάς με άλλα λόγια έχοντας οπλοστάσιο τη μνήμη και την παράδοση.

Ο Παντελής Μπουκάλας έχασε τον εικοσάχρονο γιο του και έγραψε την ποιητική συλλογή «Είκοσι» τώρα, είκοσι χρόνια μετά πλημμυρισμένος μνήμη και πόνο. Και ο πόνος όσο κι αν μας φαίνεται σκληρός, αυτός που ξέρει να τον βαστά στον ώμο όχι ως βαρύ ζαλίκι αλλά ως δοκιμασία κάτι παραπάνω ξέρει από μας που δεν τον αντέχουμε.

ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΝΙΟ που κίνησε να ρθει στον Κάτω Κόσμο
Μην τον αφήσεις μοναχό, μα να μου τον προσέχεις
Γιατί είναι νιος , κι είν’ άμαθος , δεν ξέρει από σκοτάδι
Δεν ξέρει από παγωνιά κι από το μαύρο χώμα
Φως ήτανε και φώτιζε , ποτάμι και κυλούσε
Φωτιά ήτανε και έκαιγε, και κάηκε κι ο ίδιος.

Τον βλέπω τον Παντελή είκοσι χρόνια να βασανίζει και την ψυχή του και τις λέξεις ν’ αποδώσει αλήθεια και καημό ψυχής, γιατί η άλλη αλήθεια είναι λίγο σαν την ανάποδή γραφή. Ποια αλήθεια! Λέξεις όπως Θεός, Δίκιο, Θάνατος, Μεροκάματο, Τράπεζα, Καπιταλισμός (είπα να γράψω κομμουνισμός μα κι εγώ ο ίδιος τον ξέχασα πως κάποτε υπήρχε και μάλιστα Εφαρμοσμένος). Ποια αλήθεια αγαπητοί συμπολίτες! Η αλήθεια ΜΟΝΟ έναντι θανάτου δίδεται γι’ αυτόν που φεύγει, όλοι οι άλλοι μόνο με την τέχνη μπορούμε να σωθούμε κι όχι με τις τράπεζες.
Είκοσι χρόνια σκυμμένος ο Παντελής πάνω από τσαλακωμένα φύλλα, όχι οθόνη υπολογιστή, αυτά τα πράγματα δε γίνονται έτσι, με ευκολία, όχι, κανείς δεν μπορεί να γράψει απ’ την ψυχή ως την ψυχή σε τέτοια πράγματα. Γήινα υλικά, χαρτί και μολύβι, όπως γήινη είναι η ζωή. Όπως έξω από δω είναι ο θάνατος. Το ότι κάναμε το θάνατο «τσίου τσίου τα πουλάκια , Παραδείσους και Κολάσεις τη μέγιστη ευθύνη την έχει το παπαδαριό και οι Δεσπότες ή αλλιώς Μητροπολίτες ή αλλιώς Δεσμώτες, όχι τα κείμενα του χριστιανισμού που είναι ποίηση ζωής κυρίως τα πένθιμα. Δεν έχουν αντίπαλο τα κείμενα της Ορθοδοξίας, γι’ όσους τα γνωρίζουν φυσικά.
Τα γνωρίζει αυτά ο Παντελής, όπως γνωρίζει πολύ καλά και την παράδοση, εξ΄ άλλου θα την καταγράψει όλη, είναι στοίχημα ζωής, έτσι μου είπε, ήδη ετοιμάζεται ο πέμπτος τόμος. Μέσα στο καλοκαίρι θα έχουμε μαντάτα καλά.
Αυτός ο άνθρωπος θρηνεί το χαμό του εικοσάχρονου γιου του έχοντας αντιστύλι τη «σπουδή θανάτου» του λαού του, τον ξέρει το λαό του, τον έχει μελετήσει μέσα από τον γραπτό και τον αφηγηματικό λόγο, όχι όμως όλου του λαού που σήμερα έχει καταντήσει μια άχρωμη έννοια, εκείνου που μπορεί να σκύψει πάνω από έναν βασιλικό κι ενώ έχει χίλια βάσανα αυτός να λέει πως “ευφραίνεται η ψυχή του”. Με αυτόν τον λαό είμαι κι εγώ, γι’ αυτό τολμώ και γράφω αυτά τα λόγια.
Πως να γράψει ένας ποιητής πατέρας ένα θρήνο για το γιο του χωρίς το οπλοστάσιο της παράδοσης! Δε γίνεται. Το πολύ πολύ να φορέσει ένα μαύρο περιβραχιόνιο και να ξημεροβραδιάζεται στα καπηλειά. ΟΧΙ. Αυτοί οι «θρήνοι» είναι εύκολοι και είναι για λύπηση. Ο Παντελής έχει λάμπα αναμμένη είκοσι χρόνια και τα δάκρυά του γίνονται φωνήματα και τα φωνήματα λέξεις.

ΣΕ ΚΛΕΙΝΕΙ ΜΕΣΑ σ’ ένα αν
Η μοίρα – καν αδιάφορη-
Σε πνίγει
Μέσα στο ας σε κονιορτοποιεί
Αν ας αν ας αν ας αν αν αν
Ανάσα μου
Ανάσα μου που κόπηκες
στα ωραία είκοσι σου
καν ουρλιαχτά δίχως ανάσα
πως λέξεις;

Για τη χαρά έχουν γραφτεί πολλά ποιήματα από όλους τους λαούς του κόσμου τούτου. Γιατί εμμένουμε στα πένθιμα! Αντίφαση τρομερή. Ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να πονά, ακόμα και ο πόνος του έρωτα είναι διαφορετικός, όχι, δε γεννηθήκαμε για να πονούμε ούτε για να κάνουμε τεμενά στον θάνατο κι όμως, ο θάνατος είναι αυτός που μας τραβά από το μανίκι και μας λέει , «άφρονα άνθρωπε, μπροστά σ’ ένα λουλούδι μάθε να πολιτεύεσαι, αλλιώς το «τσινκγ, τσινγκ του παρά, μουσική δεν είναι, είναι αργύρια που για να φτάσουν την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» θέλουν εφτά και δεκαεφτά έτη φωτός και πάλι λίγα είναι.
«Έχει και ο Θάνατος τα Ιεροσόλυμα του»

ΥΓ.
Την ποιητική συλλογή «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα την αφιερώνω στην Καρυστιανού και στον Τσίπρα. Γράμματα πιστεύω να ξέρουν, «παιδεία θανάτου» είμαι σίγουρος πως δεν έχουν. Διαβάζοντας τον «Τάφο» του Παλαμά και τη συλλογή «Είκοσι» του Παντελή ……ίσως αποκτήσουν. Εμένα βέβαια μου είναι αδιάφορο η παιδεία του Τσίπρα και της Καρυστινού, σε σας το λέω συμπολίτες που πιάνεστε από το αδιευκρίνιστο συναίσθημα και ξεχνάτε το ….ξάστερο.