Συμφωνία ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου: γεωπολιτικές επιπτώσεις, ευκαιρίες, κίνδυνοι

Άρθρα

Από την υπογραφή της συμφωνίας Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου (6 Αυγούστου 2020), έχει περάσει ήδη ένα διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου ακούστηκαν και διαβάστηκαν αρκετές αναλύσεις ειδικών, δημοσιεύτηκε το λιτό κείμενο της συμφωνίας και ακολούθησαν οι επικυρώσεις, πρώτα από την Βουλή των Ελλήνων (27 Αυγούστου) και, προσφάτως, από την Αίγυπτο (10 Οκτωβρίου). Στο άρθρο αυτό, σταχυολογούμε τις γεωστρατηγικές επιπτώσεις μιας συμφωνίας που δημιούργησε προσδοκίες, αλλά και προβληματισμούς. Είναι κίνηση ματ ή λάθος που θα βρουν μπροστά τους οι Ελληνικές κυβερνήσεις; 

Καταρχάς, είναι σημαντικό να αναφέρουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο έλαβε χώρα ο διπλωματικός μαραθώνιος προς την συμφωνία. Τα τελευταία χρόνια, μετά από δεκαετίες πρωτόγνωρης αδιαφορίας για την εξωτερική πολιτική, η Ελλάδα ξαναγίνεται μια χώρα που διεκδικεί αναβάθμιση της θέση της, που μόνο ασήμαντη δεν είναι, στον σύγχρονο πολυπολικό κόσμο. Η αναπόδραστη γεωγραφική θέση της χώρας είναι από αρχαιοτάτων χρόνων σταυροδρόμι και, επομένως, περιοχή συνύπαρξης και συγκρούσεων. Σε περιόδους κρίσεων, και όχι μόνο, η ανάληψη πρωτοβουλίας είναι κομβική στην «ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης μιας χώρας». Κατά συνέπεια η υπό εξέταση συμφωνία προκάλεσε κάτι που δεν παρατηρούμε συχνά στα Ελληνο-Τουρκικά: πρόκληση τετελεσμένου από πλευρά της Ελλάδας. 

Η υπογραφή της συμφωνίας με την Αίγυπτο, ακολουθεί την αντίστοιχη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, η οποία υπεγράφη στις 9 Ιουνίου. Και εντάσσεται σε μια στρατηγική που χάραξε η προηγούμενη κυβέρνηση διευθέτησης διμερών εκκρεμοτήτων και οικοδόμησης συμμαχιών, στη βάση του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου. 

Η συμφωνία αποτέλεσε αναπόδραστη ανάγκη για την Ελλάδα καθώς κινδύνευσε να βρεθεί εγκλωβισμένη από το Μνημονίο Συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και της Λιβυκής κυβέρνησης Σάρατζ (GNA). Πρακτικά και νομικά. Δικαίωμα που αποφεύγεις να το ασκήσεις αποδυναμώνεται, ενώ ακόμη και εάν το ζήτημα κρινόταν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, τα τετελεσμένα που παρήγαγε το Τουρκολυβικό σύμφωνο θα λαμβάνονταν υπόψη καθώς παρέμενε υποστατό, όσες φορές και εάν χαρακτηριζόταν ως παρόνομο και ανυπόστατο. Οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΗΕ (Γενική Γραμματεία και Τμήμα Ωκεάνιων Υποθέσεων) ήταν υποχρεωμένες να το πρωτοκολλήσουν καθώς στις αρμοδιότητές τους είναι μόνο ο τυπικός έλεγχος νομιμότητας (δηλαδή εάν πράγματι υπάρχει σύμβαση και εάν έχει υπογραφεί από κράτη-μέλη του ΟΗΕ) και όχι ο ουσιαστικός έλεγχος (δηλαδή κατά πόσον είναι συμβατή μια συμφωνία με τις προβλέψεις του Δικαίου της Θάλασσας). 

Η νέα γραμμή οριοθέτησης de facto ακυρώνει και αποκόπτει τις υποτιθέμενες ΑΟΖ Τουρκίας και Λιβύης. Η Ελλάδα με την συμφωνία αποκτά αναγνωρισμένα κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή, που μέχρι χθες αποτελούσαν διεθνή ύδατα, και επιβεβαιώνει ότι και τα νησιά απολαμβάνουν, έστω μειομένης επήρειας, ΑΟΖ (και κατά συνέπεια Υφαλοκρηπίδας, πρόβλεψη άρθρου 121 της συνθήκης του Montego Bay του 1982), γεγονός που αποδομεί περαιτέρω την τουρκική επιχειρηματολογία και τις τουρκικές διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. 

Αντιστοίχως, η Λιβύη, ευρισκόμενη ανάμεσα σε δύο ευρύτερες περιοχές (Ελλάδας-Ιταλίας και Ελλάδας-Αιγύπτου), στις οποίες έχει γίνει ήδη κατανομή του μεταξύ τους θαλάσσιου χώρου με βάση το Διεθνές δίκαιο, εγκλωβίζεται διαδικαστικά. Το Τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν μπορεί να υποστηριχθεί πλέον σε Διεθνή Δικαστήρια, αφού αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων χωρών και δεν αποδέχεται την ύπαρξη ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας στα νησιά, κάτι που πλέον γίνεται αποδεκτό και από χώρες που δεν έχουν υπογράψει την συνθήκη του Montego Bay (όπως η Τουρκία), με δεδομένο ότι το συμβατικό δίκαιο που ορίζεται από την συνθήκη, λόγω της ευρύτατης αποδοχής της και της παραχθείσης Νομολογίας, έχει «μεταλλαχθεί» -καθιστάμενο υποχρεωτικό-σε εθιμικό δίκαιο. Με τα λόγια του ομότιμου καθηγητή Διεθνούς Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου Γρηγόρη Τσάλτα: «Στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, βλέπουμε ότι η άποψη όλων των χωρών είναι σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο. Ο μόνος αντιρρησίας είναι η Τουρκία». 

Ας σταθούμε όμως τώρα σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο και «κόκκινη γραμμή» της Τουρκίας, στο ότι η θαλάσσια οριοθέτηση των συνόρων Ελλάδας-Αιγύπτου δεν προχωρά Ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Η μερική οριοθέτηση ήταν πάγιο αίτημα της Αιγύπτου, καθώς μάλλον θεωρεί πως κρατώντας προσώρας το τριεθνές εκτός συμφωνίας, διατηρεί υπέρ της ένα ακόμη χαρτί έναντι της Τουρκίας. Οι «ειδικές συνθήκες» όμως, εγκυμονούν κινδύνους καθώς, προδικάζουν κατά κάποιον τρόπο τον περιορισμό της επήρειας του συγκροτήματος του Καστελορίζου, και διατηρούν τα περιθώρια ακόμη και για κοινή Αιγυπτιακή-Τουρκική ΑΟΖ.

Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η μερική οριοθέτηση δεν προβλέπεται από την συμφωνία του Montego Bay. Παρόλα αυτά και η συμφωνία που έγινε πρόσφατα με την Ιταλία, αλλά και οι συμφωνίες που υπέγραψε η Κύπρος στο παρελθόν με Αίγυπτο, Ισραήλ και Λίβανο, ακολούθησαν την ίδια μεθοδολογία. Όπως συνομολογεί και ο Γρηγόρης Τσάλτας: «Όταν υπάρχουν διμερείς συμφωνίες αλλά υπάρχουν και εμπλεκόμενα τρίτα κράτη, οι διμερείς συμφωνίες πάντοτε δεν ξεπερνούν το όριο που θα μπορούσε να θίξει τα τρίτα κράτη και αυτό στη βάση του Διεθνούς Δικαίου είναι θεμιτό. Δηλαδή η όποια συμφωνία δεν μπορεί να είναι σε βάρος τρίτου. Επομένως αυτές οι οριοθετικές ρυθμίσεις είναι τεχνικού χαρακτήρα και είναι θεμιτές». 

Ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο της συμφωνίας είναι η επήρεια των νησιών. Μέχρι σήμερα, στην Ελλάδα, δημοσίως επαναλαμβανόταν ότι όλα τα νησιά έχουν πλήρη επήρεια. Με την παρούσα συμφωνία, όμως, συμφωνήθηκε επήρεια 90% στην Κρήτη και περίπου 80% σε Κάσο, Κάρπαθο και Ρόδο (αναλυτικότερα στο 2ο Μέρος του άρθρου), με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη της αρχής της μέσης γραμμής/ίσων αποστάσεων και τη ταυτόχρονη μετατόπιση στην αρχή της αναλογικότητας, άρα του παζαριού. 

Είναι προφανές ότι, υιοθετώντας την αρχή της ίσης απόστασης ειδικών περιστάσεων, Ελλάδα και Αίγυπτος «κλείνουν το μάτι» στην Τουρκία. Δίνουν χώρο και λόγο στην διπλωματία και μια ευκαιρία για μελλοντική συμφωνία ή συνυποσχετικό για παραπομπή στην Χάγη μεταξύ όλων των χωρών που εμπλέκονται, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης. Η τελευταία, όμως, θα αδράξει την ευκαιρία; Εάν όχι, η αποδοχή από τη χώρα μας των παραπάνω, ίσως προσθέσει βάρος στα επιχειρήματα της γείτονος σε επίπεδο διεθνούς διπλωματίας και ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. 

Για να αποκτήσουμε μια πληρέστερη εικόνα της αποτύπωσης της συμφωνίας στον χάρτη ας μελετήσουμε υπολογισμούς πρόσφατης δημοσίευσης του Λεόντιου Πορτοκαλάκη, Τοπογράφου Μηχανικού και μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών. Κατά προσέγγιση στην Ελλάδα αποδίδεται έκταση με εμβαδόν Ε1= 36.600 χλμ2 και στην Αίγυπτο έκταση με εμβαδόν Ε2= 46.800 χλμ2. Ήτοι μια αναλογία περίπου 44% και 56% αντιστοίχως. Ακριβέστεροι υπολογισμοί, ενδέχεται να τροποποιήσουν τα παραπάνω ποσοστά κατά ένα μέγεθος της τάξης του 1%. Παρατηρούμε δηλαδή, ότι ο θαλάσσιος χώρος δεν μοιράζεται ισότιμα μεταξύ των δύο κρατών. Εκτιμάται, ότι αυτό έγινε λόγω της μεγαλύτερης προβολής της ακτογραμμής της Αιγύπτου (περίπου 210 χλμ.) έναντι της αθροιστικής προβολής του τμήματος ακτογραμμής της Κρήτης, της Καρπάθου και του τμήματος ακτογραμμής της Ρόδου που περιλαμβάνονται μεταξύ των δύο μεσημβρινών (περίπου 76 χλμ.). Η επήρειά τους σχετικοποιήθηκε και μειώθηκε με υπογραφή της ελληνικής κυβέρνησης και με βάση ένα έωλο επιχείρημα που υιοθετεί, με στόχευση, η τουρκική θέση: το μήκος της ακτογραμμής. Εάν το επιχείρημα αυτό καταργεί το δικαίωμα της Κρήτης, που είναι σχεδόν αυτόνομο στρατηγικό υποσύστημα, στη μέση γραμμή τότε τι αναλογεί στο μικρό Καστελλόριζο;

Εξάγουμε το συμπέρασμα πως καλό θα ήταν οι διαπραγματεύσεις να είχαν γίνει στην ώρα τους και όχι κάτω από την Τουρκική απειλή, καθώς αυτό σίγουρα επηρέασε τη διαπραγματευτική μας δύναμη. Και κατ’επέκταση υπονόμευσε την κυριαρχία και έπληξε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα των οποίων η διαρκής μέριμνα διασφάλισής είναι δημοκρατική κατάκτηση. Διαχρονικά τα λάθη, οι ανακολουθίες και η διπλωματική αδράνεια. 

Από την άλλη, η ίδια Τουρκική απειλή κινητοποίησε την Αίγυπτο, καθώς πρωταρχικός στόχος και της Αιγύπτου, υπήρξε η αποκοπή της Τουρκίας από τη Λιβύη με την ακύρωση του Τουρκολιβυκού μνημονίου. Η Αίγυπτος αντιλήφθηκε πως η ουδέτερη «στάση αναμονής» που επί χρόνια κρατούσε, οδήγησε σε αυξανόμενη απειλή ασφάλειας και περίκύκλωση (Παλαιστίνη, Σουδάν, Αιθιοπία, Λιβύη), καθώς η Τουρκία διαρκώς πολιορκεί τη θέση και τα συμφέροντα του Καϊρου. Και δεν είναι θέμα Ερντογάν, καθώς η τουρκική πολιτική ελίτ στο σύνολό της μικρές διαφορές εμφανίζει στις θέσεις της. Ας μην λησμονούμε το γεγονός πως οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι που στηριζονται από την Τουρκία, παραμένουν θανάσιμος κίνδυνος για την ηγεσία Σίσι, και πως, εάν το 2013 είχε επιβιώσει το καθεστώς Μόρσι, θα τρέχαμε πάλι να σβήσουμε φωτιές (όπως κάνουμε τους τελευταίους μήνες με την Λιβύη). Μόνον που στην περίπτωση που Τουρκία και Αίγυπτος είχαν οριοθετήσει ΑΟΖ, η ζημιά για τα Ελληνικά συμφέροντα θα ήταν ανεπανόρθωτη. 

Πρέπει να εργαστούμε μεθοδικά ώστε η συμμαχία αυτή να αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα. Η Αίγυπτος είναι περιφερειακή δύναμη με σημαντική στρατιωτική ισχύ και προοπτική. Αποτελεί έναν παγκόσμιο εμπορικό και αναδυόμενο ενεργειακό κόμβο και το πληθυσμιακά ακμαιότερο κράτος στον Αραβικό Κόσμο και σε όλη την Λεκάνη της Μεσογείου με 100 εκατομμύρια πολίτες. Συμμαχική χώρα των ΗΠΑ και της Γαλλίας, με καλές σχέσεις με Ισραήλ, Κύπρο, Ρωσία, καθως και με σημαντικές αραβικές χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα. Ένα κράτος που μάχεται ενεργά κατά του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Μία χώρα με βαθύ αποτύπωμα στην ιστορία με την οποία έχουμε άρρηκτους δεσμούς. 

Καταληκτικά, η θέση και ο ρόλος της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο ενισχύονται. Για πρώτη φορά η Ελλάδα αποκτά ουσιαστικά και πραγματικά κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή. Γιατί, κακά τα ψέματα, η Ελλάδα μιλούσε για Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, χωρίς να έχει προβεί σε οριοθέτηση. Παρομοίως, ενισχύεται ο ρόλος και η θέση της Αιγύπτου στην Μεσόγειο. Και η εμβάθυνση των συμμαχικών και συνεργατικών σχέσεων μεταξύ Αθήνας και Καΐρου ανοίγουν το δρόμο για περιφερειακή σταθερότητα στο πλαίσιο της ρεαλπολιτίκ. Η Ελλάδα μέσω των “απωλειών” της (που πρέπει να προβληματίσουν και να υπενθυμίζουν την αναγκαιότητα χάραξης σταθερής και μακροχρόνιας εξωτερικής πολιτικής, χωρίς αντιφατικά μηνύματα και παλινωδίες), κατευθύνει την διευθέτηση της κατανομής του ευρύτερου θαλάσσιου χώρου με ειρηνικά, διπλωματικά και πολιτικά μέσα, περιορίζοντας τον συγκρουσιακό και αναθεωρητικό γείτονα. 

Στο πεδίο του ελληνοτουρκικού διαλόγου (που με ευθύνη της Τουρκίας έχει τελματώσει από το 2016), η Τουρκία χάνει ένα διαπραγματευτικό χαρτί και η θέση της Ελλάδας καθίσταται ισχυρότερη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όταν και εφόσον επανεκκινήσουν οι διερευνητικές συνομιλίες. Η Τουρκία στόχευσε στο να αποσπάσει έναν συμβιβασμό στο Αιγαίο, θέτοντας σε κίνδυνο τα ελληνικά θαλάσσια σύνορα στην Ανατολική Μεσόγειο και την ελληνική ελπίδα για ανακάλυψη υδρογονανθράκων. Τελικά, πάλι σε συμβιβασμό καταλήξαμε, αλλά αντί να τον κάνουμε με την Τουρκία, τον κάναμε με την Αίγυτπο.. Από εδώ και πέρα, ο ψυχολογικός πόλεμος έναντι της Ελλάδας θα είναι συνεχής, η Τουρκία θα αναζωπυρώσει και θα διατηρεί υψηλά τα επίπεδα της έντασης, δίνοντας την εικόνα στον μέσο Τούρκο πολίτη ότι δεν αποσύρεται από τις διεκδικήσεις της. 

Όπως γράφει και ο διεθνολόγος και συντονιστής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (Ι.ΔΙ.Σ.) Αλέξανδρος Θ. Δρίβας «Η αποτροπή είναι αναγκαίο να συνεχιστεί. Το πιο σημαντικό από όλα είναι να μη σταματήσουν οι συνομιλίες με την Αίγυπτο για πλήρη οριοθέτηση ΑΟΖ καθώς δεν πρέπει να μείνει το Καστελόριζο νομικά ανοχύρωτο στις όποιες συζητήσεις γίνουν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για τις θαλάσσιες ζώνες». 

Τελικά, για να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο αρχικό μας ερώτημα, είναι η συμφωνία κίνηση ματ ή λάθος που θα βρουν μπροστά τους οι Ελληνικές κυβερνήσεις; Νομίζω κίνηση ματ δεν είναι. Κίνηση ματ και game over θα ήταν αν η συμφωνία με την Αίγυπτο περιελάμβανε το Καστελόριζο. Το εάν οι Ελληνικές κυβερνήσεις βρουν μπροστά τις ευκαιρίες στρατηγικών συνεργασιών που ανοίγει ή τους κινδύνους απώλειας κυριαρχίας που γεννά η συμφωνία αυτή, εξαρτάται από τις επόμενες κινήσεις πάνω στην σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου. 

* Παπάς-Κρεμμύδας Χρήστος 
Πολιτικός Επιστήμονας Α.Π.Θ. 
Π.Μ.Σ. Πόλεμος, Πολιτική Ιστορία και Στρατηγικές Σπουδές 
Μέλος της Δημοτικής Παράταξης Έδεσσας «Κοινωνίας σε Κίνηση»