Το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου είναι μια πολυ-παραγοντική νόσος, που καθιστά ουσιαστικά αδύνατη την επίλυση της μέσω της διαχείρισης ενός μεμονωμένου παράγοντα.
Είναι συχνό, τα άτομα με ευερέθιστο έντερο να προσπαθούν να αποφύγουν κάποια τροφή, αυτό όμως δεν επιδιορθώνει την αλλοίωση της εντερικής χλωρίδας ή δεν εξασφαλίζει ότι άλλες τροφές που θα καταναλώσουν δεν θα περιέχουν κάποιο συστατικό που επιδεινώνει τη συμπτωματολογία τους. Οι πιθανοί συνδυασμοί είναι ουσιαστικά άπειροι και καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την επίτευξη οποιασδήποτε μακροπρόθεσμης βελτίωσης.
Σταδιακά το άτομο, εγκαταλείπει την προσπάθεια να βελτιώσει τη λειτουργία του εντέρου του και αποφασίζει ότι πρέπει να ζει με αυτό.
Σήμερα ωστόσο, το ευερέθιστο έντερο δεν θεωρείται πλέον μια άλυτη κατάσταση και μπορεί με στοχευμένες ιατρικές παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, στη διατροφή και στις ελλείψεις του οργανισμού να επιτευχθεί μακροχρόνια και σημαντική βελτίωση στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.
Εξετάσεις που μετράνε πολύ μικρά μόρια στον οργανισμό, εντοπίζουν:
– Ελλείψεις του οργανισμού όπως αυτές που αφορούν τον ψευδάργυρο, τη γλουταμίνη, αμινοξέα, βιταμίνες και ζωτικά μικροθρεπτικά συστατικά, απαραίτητα για την υγειή λειτουργία του εντερικού βλεννογόνου.
- Διαταραχές στην μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου και ελλείψεις σε προβιοτικά.
- Μεταβολικές διαταραχές που πυροδοτούν τη χρόνια φλεγμονή και επιβαρύνουν την κλινική εικόνα του ευερέθιστου εντέρου.
Οι μεταβολομικές αναλύσεις είναι μια ευαίσθητη μέθοδος μέτρησης, ικανή να αποτυπώσει μεταβολικές δυσλειτουργίες που προκύπτουν από μια νόσο, παρέχοντας ακριβή εικόνα για την κατάσταση της υγείας του κάθε ατόμου ξεχωριστά. Παρέχουν στοιχεία σχετικά με τις ελλείψεις σε μικροθρεπτικά συστατικά, τις μεταβολικές διαταραχές και καθορίζουν τις στοχευμένες ιατρικές παρεμβάσεις στη φαρμακευτική αγωγή, στον τρόπο ζωής και στη διατροφή που επιφέρουν μακροχρόνια και σημαντική βελτίωση στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.
Παρότι δεν υπάρχει κάποια μεμονωμένη θεραπεία που να παρέχει μόνιμα αποτελέσματα, η σύγχρονη ιατρική αντιμετώπιση έχει πλέον στη διάθεση της πολυάριθμα εργαλεία που επιτρέπουν τη μακροπρόθεσμη και σταθερή βελτίωση της σπαστικής κολίτιδας.
Πέρα από την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, σήμερα γνωρίζουμε ότι πρέπει να διαχειριστούν και οι υποκείμενοι μεταβολικοί παράγοντες, που αρχικά πυροδοτούν τη νόσο και στη συνέχεια συντηρούν τη χρονιότητα της.
Η αξιολόγηση του μεταβολικού προφίλ του κάθε ασθενή με τη χρήση εξειδικευμένων εξετάσεων και η διαμόρφωση εξατομικευμένης αγωγής, για την επίλυση των μεταβολικών διαταραχών και των ελλείψεων του οργανισμού, βελτιώνουν την πορεία της νόσου και οδηγούν σε συνολικότερη βελτίωση της υγείας.
Δρ Δημήτριος Τσουκαλάς
Metabolomic Medicine
