Δύο ονόματα, ένας Ανθρωπος. Συντοπίτης, από την Φλαμουριά Εδεσσας. Επάγγελμα, λογοτέχνης – ποιητής!!!! Με μια πένα εξαιρετική, που έχει συστηθεί στο αναγνωστικό κοινό μέσα από τα έργα του.
Ο Χρήστος Τότλης ή Τάκης Γκόντης, για τους βιβλιόφιλους, σήμερα, μιλά στην “εδεσσαϊκή”, όχι μόνο για το καινούργιο του βιβλίο, με τίτλο “Τα πλοία στην ομίχλη δεν τα βλέπει κανείς”, αλλά αποκαλύπτει κρυφές πτυχές του εαυτού του, σκέψεις και σχέδια ζωής.
Είναι, πραγματικά, απολαυστική η συνέντευξη που ακολουθεί. Ο λόγος, λοιπόν, του ανήκει:
“Ε”: Είστε ένας εγνωσμένου κύρους πεζογράφος – ποιητής. Πώς ξεκινήσατε να γράφετε και τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε;
– Πρώτα απ’ όλα να σε ευχαριστήσω, Μαρία, προσωπικά, αλλά και την «Εδεσσαϊκή», με την οποία με συνδέουνε μνήμες όμορφες, νεανικές. Όσο για τη λέξη «κύρος» που εμπεριέχεται στην ερώτηση και που είναι η μόνη (εάν και εφόσον υφίσταται) με αληθινή αξία… δεν ξέρω. Ειλικρινά. Κι εγώ ο ίδιος αναρωτιέμαι ορισμένες φορές, προσπαθώντας να κρίνω δίκαια τον εαυτό μου, αλλά, όπως λέω και σε ένα ποίημά μου από την πρόσφατη ποιητική συλλογή μου: «τον βρίσκω, πότε μικρό και πότε μεγάλο για την περίσταση». Νομίζω ότι αυτό θα συμβαίνει εσαεί.
Εν γνώση μου, πάντως, ότι καμία αναγνώριση, καμία αμοιβή για ένα δημιουργό δε μπορεί να συγκριθεί με την υπέρτατη εκείνη: τη χαρά της δημιουργίας. Όσο για την ερώτηση αυτήν καθ αυτήν, το «τί δηλαδή με παρακίνησε να αρχίσω να γράφω», θα έλεγα το ασίγαστο πάθος. Εκείνο για την γραπτή αποτύπωση των όσων παρήγαγε η φαντασία και η περισυλλογή. Και, εννοείται, το διάβασμα. Το σχεδόν παθολογικό. Στην αρχή κάποιων, όχι και τόσο, θα έλεγα, λογοτεχνικών αναγνωσμάτων (αλλά πάντως με ασίγαστη, με σχεδόν ερωτική εμμονή). Αναφέρομαι στα γνωστά «Μικρός ήρωας», «Μικρός σερίφης», «Μπλέικ», «Μάσκα» και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, εκείνα τα όμορφα χρόνια, που άφηναν χώρο στη φαντασία. Οι συνομήλικοι μου ασφαλώς θα με καταλαβαίνουν καλύτερα. Αργότερα στα 15 ή στα δεκαέξι μου (κάπου εκεί), μου έφερε δώρο η μεγάλη μου αδελφή, η Κατερίνα, από κάποιο ταξίδι της, τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι. Κι αν, όπως λένε, η παιδική ηλικία καθορίζει έναν άνθρωπο ως χαρακτήρα, αυτό το βιβλίο με καθόρισε λογοτεχνικά. Με μάγεψε και με μύησε σε αυτή τη «μυσταγωγία» του έντεχνου γραπτού λόγου.
“Ε”: Πώς θα περιγράφατε τον πεζογράφο – ποιητή Τάκη Γκόντη;
– Μου αρέσουν οι άνθρωποι με αυτοσαρκασμό και με αίσθηση του χιούμορ. Πάντως, εκτιμάω ιδιαίτερα το αποτυχημένο χιούμορ. Αρκεί να είναι αθώο και αυθεντικό. Με εκείνη την ανεπιτήδευτη, παιδική αδεξιότητα. Αυτού του είδους το αφελές χιούμορ, μου αρέσει. Ίσως επειδή μου θυμίζει εμένα, στις περισσότερες απόπειρες της ζωής μου.
“Ε”: Πεζογράφος και ποιητής. Υπάρχουν κοινά σημεία;
– Σαφώς. Συνήθως είναι το ίδιο «παλαβό» άτομο. Ο ποιητής όμως είναι κατά βάση «ζωγράφος». Χωρίς πινέλο. Ζωγράφος με λέξεις. Ή μπορεί (ποιος ξέρει;) ακόμα και ο ζωγράφος να είναι ο ποιητής που… ξεστράτισε (αστειεύομαι).
“E”: Υπάρχουν λογοτέχνες και ποιητές που σας έχουν “αγγίξει” και έχουν σημαδέψει τη γραφή σας;
– Σε αυτήν την ερώτηση θα είμαι σύντομος και σαφής. Υπάρχουν! Και κατ αρχάς, ο προαναφερθείς, φυσικά, Ντοστογιέφσκι. Έπειτα ο Στάιμπεκ, ο Παπαδιαμάντης, ο Τζόυς, ο Μάρκες, ο Τσίρκας και προπάντων ο Κάφκα! Ποιητές: Ο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, κορυφαίος όλων Κ. Π. Καβάφης, ο Σολωμός, ο Μαγιακόφκι, ο Τάσος Λειβαδίτης και ο Ελύτης.
“E”: Ποιές ώρες της ημέρας είναι οι πιο δημιουργικές για σας;
– Τρείς με εφτά το πρωί. Κοιμάμαι νωρίς. Με τις… κότες! Όχι πάντα, αλλά πάντως συχνά. Είναι οι ώρες που δε με ενοχλεί απολύτως κανείς και δεν ενοχλώ επίσης κανέναν. Μερικές φορές βγαίνω έξω και πετυχαίνω κανέναν υπέροχο, κόκκινο ήλιο. Κυρίως όμως, εκείνες τις ώρες, θυμάμαι και «επικοινωνώ» με τις λέξεις.
“E”: “Τα πλοία στην ομίχλη δεν τα βλέπει κανείς” τιτλοφορείται το τελευταίο σας βιβλίο, που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις “Κέδρος”. Γιατί δώσατε αυτό τον τίτλο στο βιβλίο σας;
– Κατ’ αρχάς να πω ότι η συλλογή πραγματεύεται το μέγα ζήτημα της απώλειας, και ό,τι έχει σχέση με αυτήν. Ποιάς απώλειας; Απώλεια μνήμης, απώλεια αισθήσεων, αισθημάτων, χρωμάτων. Απώλεια του μέτρου, της ικανότητας διαχωρισμού της ήρας από το στάρι, με αποτέλεσμα την υποκατάσταση των αξιών με τα προϊόντα της συναλλαγής, του… συρμού. Με αυτά που θα ονομάζαμε προϊόντα της «μόδας». Απώλεια προσανατολισμού. Απώλεια αγαπημένων προσώπων. Κι όλα αυτά μέσα στη σημερινή ομιχλώδη εποχή. Μέσα εκεί όπου και εμείς οι ίδιοι χανόμαστε. Έρχονται άνθρωποι και φεύγουν χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Χωρίς να το βλέπουμε. Ευτυχώς καμία ομίχλη δεν κρατάει πολύ. Αρκεί μόνο, όταν θα βγει ο ήλιος ξανά, να έχουμε ακόμα τη δύναμη να τον χαρούμε. Να χαρούμε το γεγονός ότι θα μπορούμε να βλέπουμε ξανά, μέχρι πέρα βαθιά στον ορίζοντα. Καθαρά και ευδιάκριτα.
Πάντως, να επισημάνω ότι τα ποιήματα διαβάζονται με διασταλτικό και προσωπικό τρόπο. Δεν υπάρχουν οι σωστές και οι λάθος απαντήσεις. Ίσως και να μην χρειάζονται καν. Μόνο η μαγεία της υπερβατικής επικοινωνίας. Αυτή. Που πιστοποιεί ότι ανήκουμε στο «είδος». Αυτό που ονομάζεται ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
“Ε”: Διαβάζει σήμερα, εν καιρώ πανδημίας και οικονομικής κρίσης, ο Ελληνας λογοτεχνία και ποίηση; Ποιά είναι η γνώμη σας;
– Αν κρίνω από την παραγωγή νέων τίτλων, θα τολμούσα (παρακινδυνευμένα) να πω ναι. Και λέω «παρακινδυνευμένα», διότι δεν ξέρω, εάν η παραγωγή έχει ευθεία σχέση με τις πωλήσεις. Θέλω πάντως να πιστεύω ότι το βιβλιόφιλο κοινό αγοράζει. Τώρα, για το αν διαβάζει κιόλας… το ελπίζω. Και το εύχομαι.
“Ε”: Σας προβληματίζουν, ωστόσο, εσάς προσωπικά αυτές οι δυσάρεστες καταστάσεις που βιώνουμε εδώ και αρκετά χρόνια; Θα τις χαρακτηρίζατε ως “μάθημα ζωής”;
– Τα μαθήματα που μας δίνει η ζωή είναι καταπληκτικά, διαχρονικά και αλλεπάλληλα. Δείτε εδώ τι συμβαίνει, στη χώρα μας. Χρεωκοπία, κλιματική αλλαγή με εκκωφαντικές συνέπειες (πυρκαγιές, πλημμύρες), επιδημία… και ο τρόπος διδασκαλίας εκπληκτικά εμφαντικός. Είμαστε όμως καλοί μαθητές; Αυτό είναι το ερώτημα. Γιατί, αν δεν είμαστε… δεν τα βλέπω καλά.
“Ε”: Υπάρχει κάποιο όνειρό σας που δεν το έχετε πραγματοποιήσει ακόμα;
– Όνειρο, όχι με την κυριολεκτική αλλά με την μεταφορική έννοια, από αυτά δηλαδή που ονομάζουμε πλάνα, ή αλλιώς σχέδια ζωής, φυσικά. Η Ζωή του καθενός μας, μηδέ του εαυτού μου φυσικά εξαιρουμένου, βρίθει από ανεκπλήρωτα τέτοια, καθότι όπως είναι γνωστό, όταν οι άνθρωποι κάνουμε σχέδια, ο Θεός γελάει … Για να μη πω ξεκαρδίζεται. Αλλά επιμένουμε. Γι’ αυτό είναι συναρπαστική η ζωή, επειδή έχουμε «ανοικτές υποθέσεις». Και όποιος έχει ανοικτές υποθέσεις με το μέλλον, δεν πλήττει ποτέ. Θα απαντήσω πάντως και «επί της ουσίας». Μόνο, ας μου επιτραπεί να απαντήσω λιγάκι… εναλλακτικά: Το μεγάλο μου όνειρο δεν είναι –ποτέ δεν ήταν (ευτυχώς) «τα λεφτά». Κακό του κεφαλιού μου, θα πείτε. Ε, τι να κάνουμε;
“Ε”: Αυτό τον καιρό, η συγγραφική σας πένα με τι ασχολείται;
– Αυτόν τον καιρό (παραγωγικά)… «κρατάω την ανάσα μου». Το παθαίνω συνήθως μετά την έκδοση κάποιου βιβλίου μου. Είναι ένα είδος… επιλόχειας κατάθλιψης. Συμβαίνει στους ανθρώπους που ασχολούνται με ζητήματα που έχουν σχέση εξάρτησης με την έμπνευση. Με εξαίρεση ίσως εκείνους που ασχολούνται με την τέχνη (και δη τη λογοτεχνία) επαγγελματικά, βιοποριστικά και σχεδόν μηχανιστικά. Προσωπικά, ποσώς με αφορούν. Προτιμώ τους ψαράδες με το καλάμι, παρά με τις τράτες. Συνήθως, αυτό το «κράτημα», αυτή η «παύση» φέρνει κάτι καινούργιο, κάτι ανανεωμένο και, ενδεχομένως, καλύτερο. Μπορεί όμως και να μη φέρει τίποτα. Είναι κάτι σαν το κυνήγι του θησαυρού. Είμαστε (τρόπον τινά)… χρυσοθήρες. Και (φυσικά, ομοίως) συχνά ο θησαυρός είναι… άνθρακες. (Αν μπορούσατε να με δείτε τώρα, θα με βλέπατε να… μειδιώ. Με τον εαυτό μου εννοείται).
