Μέσα στο προηγούμενο Σαββατοκύριακο, 12 και 13 Μαρτίου 2022, είχαμε μια διπλωματική συνάντηση στη Ρώμη ανάμεσα στις αντιπροσωπίες των ΗΠΑ και της Κίνας, με θέμα την Ουκρανία. Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση των διπλωματικών αποστολών, είχαμε τη διαρροή από την πλευρά των ΗΠΑ, ότι η Κίνα γνώριζε εξ αρχής για τις προθέσεις της Μόσχας να εισβάλει στην Ουκρανία. Αμέσως μετά, η Ουάσιγκτον, απείλησε ευθέως το Πεκίνο με κυρώσεις, στην περίπτωση που σπάσει το εμπάργκο προς τη Μόσχα.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε δύο πράγματα, 1. Ότι η Ρωσία, οι ΗΠΑ και η Κίνα είναι μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και 2. Ότι η Κίνα στο οικονομικό χαρτοφυλάκιό της, κρατάει ένα μεγάλο μέρος του Αμερικανικού χρέους, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μπορεί άμεσα να επηρεάσει δυσμενώς την Αμερικάνικη Οικονομία και να φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τις Η.Π.Α.. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή για να δούμε πως έφτασε ο λεγόμενος Δυτικός Κόσμος να έχει απέναντι του τη Ρωσία, αντί να την έχει εντάξει στην ευρύτερη συμμαχία της και έτσι να δημιουργήσει μια σφαίρα επιρροής και ασφάλειας η οποία θα ρύθμιζε όλες τις εμπόλεμες καταστάσεις που ζήσαμε στη Μέση Ανατολή, τα τελευταία 30 χρόνια.
Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η σύγχρονη ιστορία της Ρωσίας
Ήταν 26 Δεκεμβρίου του 1991, όταν εξεδόθη η τελευταία Σοβιετική διακήρυξη, με αριθμό 142-Η του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, η οποία επιβεβαίωσε την ανεξαρτησία των πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών και ίδρυσε την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών. Την προηγούμενη μέρα, ο πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, ο όγδοος και τελευταίος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, παραιτήθηκε και έδωσε τις εξουσίες του, συμπεριλαμβανομένων των κωδικών εκτόξευσης των Σοβιετικών πυρηνικών πυραύλων, στον Ρώσο πρόεδρο Μπόρις Γέλτσιν.
Εκείνο το βράδυ, στις 7:32 μ.μ. η Σοβιετική σημαία υπεστάλη από το Κρεμλίνο για τελευταία φορά και αντικαταστάθηκε με την προεπαναστατική Ρωσική σημαία. Δύο χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1993, είχαμε την αποτυχημένη αποπήρα πραξικοπήματος στην Ρωσία και την προσπάθεια ανατροπής του Προέδρου της Ρωσικής Δημοκρατίας Μπόρις Γέλτσιν. Όταν αποκαταστάθηκε η ομαλότητα στη Ρωσία και μετά από διάφορα γεγονότα τα οποία σημάδεψαν τα χρόνια της προεδρίας του Γέλτσιν, όπως ο πόλεμος στην Τσετσενία το 1994, ο πρώτος πολύ σημαντικός κλονισμός της υγείας του το 1995, η επανεκλογή του στην προεδρία της Ρωσίας, τον Ιούλιο του 1996, έναντι του κομμουνιστή αντίπαλου του Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, η οικονομική κρίση που ξέσπασε στη Ρωσία τον Αύγουστο του 1998 και σάρωσε την τότε ασθμαίνουσα Ρωσική Οικονομία και είχε ως αποτέλεσμα τη την προσφυγή της Χώρας στο ΔΝΤ, φτάσαμε στον Δεκέμβριο του 1999, όπου ο Γέλτσιν παραιτείται του αξιώματός του και σύμφωνα με το Ρωσικό Σύνταγμα χρέη προσωρινού προέδρου αναλαμβάνει ο πρωθυπουργός της χώρας, που δεν είναι άλλος από τον πρώην αντισυνταγματάρχη της Σοβιετικής KGB, Βλαντίμιρ Πούτιν, κάπου εκεί αρχίζουν όλα. Ο Πούτιν, με τη βοήθεια τον τότε ολιγαρχιών της Ρωσίας, κατάφερε να επιβληθεί πολιτικά στο κόμμα του, αλλά με αυτό θα ασχοληθούμε παρακάτω.
Η χαμένη ευκαιρία της Ευρώπης
Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η τότε Ε.Ο.Κ.. και μετέπειτα Ε.Ε., είχε την ιστορική ευκαιρία να εντάξει τη Ρωσική Ομοσπονδία, στους κόλπους τη Ενωμένης Ευρώπης ή αν αυτό δεν ήταν εφικτό, στη λεγόμενη σφαίρα επιρροής της για να ενδυναμώσει την ασφάλειά της, λόγω όμως τον ψυχροπολεμικών της αγγλισμών, μη ξεχνάμε ότι σχεδόν όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. ήταν και συνεχίζουν να είναι μέλη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, απώλεσε αυτή την ευκαιρία. Εάν το είχε κάνει σήμερα η Ευρώπη δεν θα βίωνε την καθημερινή «εισβολή» λαθρομεταναστών από τις Μουσουλμανικές χώρες της Μέσης Ανατολής, με τις οποίες η πρώην ΕΣΣΔ και μετέπειτα η Ρωσία είχε παραδοσιακούς διπλωματικούς διαύλους, που σαν στόχο έχουν την πολιτισμική της αλλοίωση και εντελή τον πολιτισμικό της αφανισμό.
Αντίθετα η Ευρώπη προχώρησε στη διαμόρφωση μια πολιτικής ατζέντας η οποία έδινε την εικόνα ενός ανθρώπου που προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω σε δύο βάρκες. Η μια βάρκα ήταν το ΝΑΤΟ και η Ενωμένη Ευρώπη και η άλλη βάρκα ήταν η όλο και μεγαλύτερη ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, από τα πετρελαϊκά αποθέματα, αλλά και τα αποθέματα Φυσικού Αερίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Μια εξάρτηση, που σήμερα με την κρίση στην Ουκρανία και την όλο και αυξανόμενη ένταση μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας να την κάνει να ασφυκτικά ενεργειακά, αλλά και να σπρώχνει την Ρωσία στην αγκαλιά της Κίνας όλο και περίστερο.
Τα πρώτα χρόνια της προεδρίας Πούτιν
Αλλά ας επιστρέψουμε στα της Ρωσίας και το πώς εξελέγχθηκαν τα πράγματα εκεί μέχρι να φτάσουμε στην απομάκρυνση της Ρωσίας από τη Δύση και τη σύσφιξη των σχέσεων με την Κίνα. Ξαναγυρίσουμε στη Ρωσία του 1999. Ο Νεαρός τότε Πούτιν και αφού είχε πάρει το χρίσμα για να διεκδικήσει την προεδρία της Ρωσικής Δημοκρατίας, τόσο από τον Γέλτσιν, όσο και από τους Ρώσους ολιγαρχίες, υποσχόμενος ότι κάτω από την καθοδήγησή του η Ρωσία θα ανακτήσει το χαμένο της γόητρο και αίγλη, μέσα από τις μεταρρυθμίσεις που θα προωθήσει καταφέρνει να κερδίσει τις εκλογές της 26ης Μαρτίου του 2000, με ποσοστό 53,4%.
Στην πρώτη του θητεία, προσπάθησε να τερματίσει τη διαφθορά και να δημιουργήσει μια ισχυρή και ρυθμισμένη οικονομία, πράγμα που έως ένα μεγάλο βαθμό κατάφερε να κάνει. Έτσι μέσα σε λίγα χρόνια καταφέρνει να κάνει τη Ρωσία ισότιμο μέλος της λεγόμενης ομάδας των G-8, από την οποία αποχώρισε το 2014 μετά από διαφωνία, αλλά και λόγω των κυρώσεων που τις είχαν επιβάλει για τη στάση της στη Συρία, οι ΗΠΑ, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι σχέσεις Ρωσίας – Κίνας
Οι σχέσεις αγάπης, μεταξύ Ρωσίας και Κίνας μπορούν να χαρακτηριστούν ως παραδοσιακές, αφού έχουν τις ρίζες τους στην κοινή τους κομμουνιστική ιστορία, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα που μας απασχολεί σήμερα. Αυτό που μας απασχολεί, είναι η προσέγγιση των δυο χωρών μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την αμοιβαία ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας. Η κοινή πορεία των δυο χωρών ξεκινά το μακρινό 1992, όταν υπεγράφη η πρώτη διακρατική συμφωνία μεταξύ τους, η οποία περιλάμβανε την πώληση ρωσικού στρατιωτικού εξοπλισμού και αδειοδότηση της Κίνας για την παραγωγή του, μεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, ανταλλαγή επισκέψεων από ανώτατους αξιωματούχους της άμυνας των δύο κρατών, καθώς και εκπαίδευση προσωπικού του αμυντικού τομέα της Κίνας στη Ρωσία.
Η συμφωνία αυτή ήταν η βάση πάνω στην οποία στήθηκε όλο το οικοδόμημα της ανάπτυξης των σχέσεων των δύο Κρατών. Για την μεν Ρωσία αυτό σήμαινε οικονομική άνθηση, μιας και ήταν ακόμα νωπές οι πληγές που άφησε στην οικονομία της η διάλυση της ΕΣΣΔ, για την δε Κίνα σήμαινε την δυναμική της είσοδο τόσο στο τεχνολογικό, όσο και στον αμυντικό τομέα, κάτι που ήταν επιτακτική ανάγκη για εκείνη, λόγω τον παγκόσμιων γεωπολιτικών εξελίξεων που άρχισαν δειλά, δειλά, να εξελίσσονται μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και τη διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών ισορροπιών στον πλανήτη.
Μετά από όλα αυτά και ενώ η Δύση, με κύριο εκφραστή τις ΗΠΑ, η οποία «έπαιζε» πλέων χωρίς αντίπαλο μιας και δεν υπήρχε η «κομμουνιστική απειλή», έπεσε σε ένα ανεξήγητο λήθαργο, ο οποίος σταμάτησε την 11 Σεπτεμβρίου του 2001, όταν είχαμε το τρομοκρατικό χτύπημα στους δίδυμους πύργους, το γνωστό μας, Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στην καρδιά της Νέας Υόρκης. Τότε ο Δυτικός κόσμος έδειχνε να ξυπνά και ενώ είχε την ευκαιρία, ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ, να συμμαχήσει με τη Ρωσία, στον πόλεμο κατά του ισλαμικού κόσμου, ο οποίος έκανε για πρώτη φορά αισθητή την παρουσία του και αυτή τη φορά με εκκωφαντικό τρόπο, για μια ακόμα φορά άφησε ΕΚΤΟΣ ΤΗ ΡΩΣΙΑ, σπρώχνοντάς την ποιο βαθιά στην αγκαλιά της ανερχόμενης αναθεωρητικής δύναμης, της Κίνας.
Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 2008, ξεσπά ο πόλεμος στη Γεωργία. Εκεί γίνεται πλέων ξεκάθαρα σαφές, ότι η Ρωσία δεν έχει καμία επαφή με τη Δύση και το χάσμα μεταξύ των δύο κόσμων γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο.
Την ίδια στιγμή η Δύση κατηγορεί την Κίνα, για επιθετική διπλωματική δραστηριότητα. Αυτή η χρονική συγκυρία φαίνεται να έφεραν τη Ρωσία και την Κίνα να αγκαλιάζονται ποιο σφιχτά και να αναπτύσσουν τη σχέση τους ακόμα περισσότερο. Το επιστέγασμα αυτής της ολοένα και αυξανόμενης σύσφιξης των σχέσεων, είναι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, αλλά και η περεταίρω συνεργασία στον αμυντικό και οικονομικό τομέα. Όλα τα παραπάνω έχουν άμεση συνάρτηση με τη στάση του Πεκίνου στην Ρωσο-ουκρανική κρίση και την προσφορά της Κίνας για διαμεσολάβηση, έτσι ώστε να υπάρξει ειρήνευση στην περιοχή και για να χρησιμοποιήσει τη Ρωσία μελλοντικά, στην επερχόμενη επέμβαση-εισβολή που θέλει να κάνει η ίδια στην Ταϊβάν, αλλά και με την προχθεσινή διπλωματική επαφή της Κίνας με τις ΗΠΑ, στην Ιταλική πρωτεύουσα, όπως ανέφερα στην αρχή του άρθρου.
Η Σινορωσική προσέγγιση και το τεστάρισα των αντοχών της Δύσεως
Παρά τις διαφοροποιήσεις και τους ανταγωνισμούς μεταξύ Ρωσίας και Κίνας σε επιμέρους ζητήματα, η συνεργασία σε στρατιωτικό και εμπορικό επίπεδο δεν έχει σταματήσει ποτέ. Όπως ανέφερα και ποιο πάνω οι Ρωσία με την Κίνα διενεργούν πολλές κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, αυτό έχει ως φυσικό επακόλουθο να έχει δημιουργηθεί στη Δύση, η εντύπωση ενός αρραγούς μετώπου, το οποίο αν μάλιστα αθροίσει κανείς τις ένοπλες δυνάμεις των δυο χωρών, βγάζει εύκολα το συμπέρασμα ότι τις καθιστά στρατιωτικά πανίσχυρές. Ένας ακόμα παράγοντας που ενισχύει τους φόβους της Δύσεως, είναι το γεγονός ότι Ρωσία και Κίνα διευρύνουν τη συνεργασία τους και στον διαστημικό τομέα, προωθώντας τη δημιουργία στη Σελίνη Διεθνούς Επιστημονικού Σταθμού.
Σε όλο αυτό το «μίγμα», εάν συνυπολογιστεί και το ΑΕΠ των δύο χωρών, 15 τρις Κίνα και 1,5 τρις Ρωσία, ακόμα και εάν αντιμετωπίζουν κάποια οικονομικά προβλήματα, δεν παύουν να είναι υπολογίσιμες στρατιωτικές και οικονομικές δυνάμεις και με δεδομένη την μέχρι πρότινος στρατιωτική αναδίπλωση των ΗΠΑ, βλέπε απόσυρση από το Αφγανιστάν και τη Συρία, αλλά και την δήλωση του προέδρου της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν, ότι το ΝΑΤΟ είναι εγκεφαλικά νεκρό, έδωσαν την εντύπωση στους Ρώσους και τους Κινέζους, ότι η Δύση είναι ανίσχυρη και έτσι άδραξαν την ευκαιρία η μεν Ρωσία να εισβάλει στην Ουκρανία, η δε Κίνα ψάχνει αφορμή να κάνει το ίδιο στην Ταϊβάν. Εδώ θα πρέπει να θυμίσω τη δήλωση αξιωματούχου του Πεκίνου πριν από λίγο καιρό, ότι ήρθε η ώρα η Ταϊβάν να επιστρέψει στο λιμάνι της, στέλνοντας με αυτό τον τρόπο το δικό της μήνυμα στις ΗΠΑ για τις προθέσεις της στην Νότια Σινική θάλασσα.
Ο λόγος που συναντήθηκαν Αμερικανοί και Κινέζοι διπλωμάτες στη Ρώμη και γιατί οι διεθνείς κυρώσεις δεν αγγίζουν τη Ρωσική οικονομία
Στις 4 Φεβρουαρίου 2022, είχαμε τη συνάντηση σε επίπεδο κορυφή του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Βλαδίμηρου Πούτιν και του Κινέζου ομολόγου του, Σι Τσι Πίνγκ. Αντικείμενο της συνάντησης τους ήταν η εδραίωση της προ διετίας συνεργασίας μεταξύ των δύο Χωρών. Η συνάντηση αυτή έγινε στη σκιά έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων οι οποίες αργά και σταθερά δείχνουν μια σταδιακή συρρίκνωση της Αμερικανικής ηγεμονίας. Κατά τη συνάντηση αυτή Ρωσία και Κίνα υπέγραψαν μια διακρατική εμπορική συμφωνία, ύψους 117,5 δις δολαρίων. Η συμφωνία αυτή προβλέπει την αύξηση των εξαγωγών Ρωσικού πετρελαίου προς το Πεκίνο, μέσω Καζακστάν, κατά 100 εκ. τόνους, για τα επόμενα 10 χρόνια και την προμήθεια 10δις κυβικών μέτρων Φυσικού Αερίου, για τα επόμενα 25 χρόνια.
Ένα ακόμα θέμα που συζητήθηκε ανάμεσα στους δύο ηγέτες, ήταν και η σταδιακή απεξάρτηση των συναλλαγών των δύο Χωρών από το δολάριο και την χρήση των εθνικών τους νομισμάτων, δηλαδή το Ρούβλι και το Γιουάν, για τις μεταξύ τους συναλλαγές. Ο λόγος για τον οποίο σκοπεύουν να προχωρήσουν σε αυτή την κίνηση είναι γιατί γνωρίζουν πως οι ΗΠΑ, διά μέσω τις ισχύος του δολαρίου, λόγω της χρήσης του στις παγκόσμιες συναλλαγές, έχουν τη δυνατότητα να περνούν τις πολιτικές τους σε τρίτες Χώρες, όπως αυτές επιθυμούν.
Έτσι με τη σταδιακή απεξάρτηση τους από το δολάριο, αφενός μεν θα πάψουν να «εξαρτώνται» από τα θέλω των ΗΠΑ, αφετέρου, θα δώσουν ένα ακόμα χτύπημα στην αμερικανική οικονομία. Ο Βλαδίμηρος Πούτιν λαμβάνοντας υπόψιν του τα παραπάνω και με δεδομένη την πρόθεσή του, η συζήτηση αυτή είχε γίνει πριν την εισβολή στην Ουκρανία και γνωρίζοντας καλά τα αντίμετρα των Δυτικών σε ανάλογες περιπτώσεις, βλέπε οικονομικές κυρώσεις, φρόντισε να δημιουργήσει έναν άλλον «δρόμο του μεταξιού», με τον οποίο διασφάλισε την απρόσκοπτη εισροή χρημάτων και συναλλάγματός στη Ρωσική οικονομία, δια μέσου της συμμάχου Κίνας. Για τον λόγω αυτό είχαμε και την απειλή επιβολής κυρώσεων στην Κίνα, από την πλευρά των ΗΠΑ, μετά τη συνάντηση των δύο αντιπροσωπιών στη Ιταλική πρωτεύουσα.
Η «κερκόπορτα» των κυρώσεων της Δύσεως προς τη Ρωσία και ο πιθανός ρόλος της «αναπτυξιακής τράπεζας» των BRICS
Στην πρώτη δεκαετία του αιώνα που διανύουμε, τέσσερεις χώρες οι οποίες παρουσίαζαν τεράστια οικονομική ανάπτυξη στον πλανήτη, ακόμα μεγαλύτερη και από τις λεγόμενες ανεπτυγμένες Χώρες, αποφάσισαν να ιδρύσουν μια αναπτυξιακή τράπεζα, με σκοπό την χρηματοδότηση έργων ανάπτυξης στις Χώρες μέλη του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, αρχικά, αλλά και σε άλλες Χώρες στη συνέχεια, κάτι σαν εναλλακτικό ΔΝΤ, χωρίς όμως τον έλεγχο που έχει το ΔΝΤ από τους παγκόσμιους μεγαλοτραπεζίτες και τις ΗΠΑ, με ότι αυτό συνεπάγετε για την επιβολή των δικών τους πολιτικών στις Χώρες που θα δανείζονταν χρήμα από την BRICS.
Οι πρώτες συζητήσεις των Χωρών αυτών ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2006 στη Νέα Υόρκη, με τη συνάντηση των Υπ. Εξ. των Χωρών μελών της τράπεζας και ονομάστηκε συνοδός των BRIC, από τα αρχικά των κρατών που θα δημιουργούσαν την τράπεζα. Οι Χώρες αυτές ήταν η Βραζιλία, η Ρωσία, η Ινδία και η Κίνα. Στη συνέχεια ακολούθησαν άλλες τέσσερεις συναντήσεις, σε επίπεδο υψηλόβαθμων κυβερνητικών στελεχών, μέχρι τη πρώτη σύνοδο κορυφής των BRIC, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιουνίου 2009, στο Αικατερίνμπουργκ της Ρωσία. Εκεί συμφωνήθηκε ο τρόπος της δημιουργίας της τράπεζας και ένα χρόνο αργότερα η Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής ζήτησε να ενταχθεί ως ιδρυτικό μέλος της τράπεζας και τελικά έγινε δεκτή στις 24 Δεκεμβρίου του 2010, έτσι διαμορφώθηκε και η τελική ονομασία σε BRICS. Το 2014 έγινε η ιδρυτική διακήρυξη με αρχικό κεφάλαιο τα 80 δις δολάρια, θυμίζω ότι το 2014 ήταν η χρονιά που η Ρωσία αποχώρισε από την ομάδα των G-8. Έδρα της τράπεζα οριστικέ η Σαγκάη, γιατί η Κίνα είχε στην κατοχή της το μεγαλύτερο απόθεμα συναλλάγματός από όλες της Χώρες των BRICS. Κατά την ταπεινή μου άποψη η Ρωσία θα μπορεί να χρηματοδοτεί τις ανάγκες τις δια μέσου αυτής της τράπεζας απρόσκοπτα, όπως θα μπορεί να διακινεί κεφάλαια δια μέσου αυτής, από τις πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, χωρίς ουσιαστικά να την αγγίζουν οι οικονομικές κυρώσεις της Δύσεως. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι θα ήταν καλό, οι ΗΠΑ να δουν τους τρόπους που έχει επιλέξει η Γερμανία να πληρώνει τις εισαγωγές της σε Ρωσικό Φ.Α., μιας και η χώρα αυτή είναι κατά των αυστηρών κυρώσεων προς τη Ρωσία, όπως αυτό έγινε και επίσημα γνωστό από το στόμα του Γερμανού Καγκελάριου Όλαφ Σολτς.
Διαβάζοντας κανείς τα παραπάνω, μπορεί ευκολά να αντιληφθεί κανείς, ότι οι δύο χώρες τεντώνουν επικινδυνά το σχοινί των σχέσεων και των ισορροπιών τους με τη Δύση. Το γεγονός όμως ότι και οι δύο χώρες, που τώρα είναι φαινομενικά σύμμαχοι και δείχνουν ότι τα συμφέροντά τους ταυτίζονται απόλυτα, δεν σημαίνει ότι στο μέλλον δεν μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες.
Από τη μια έχουμε την Ρωσική Ομοσπονδία η οποία λόγω της γεωγραφικής της έκτασης, επιδιώκει την αναγνώρισή της θέσης της ως επανακάμψασας μεγάλης δύναμης, τόσο σε ευρασιατικό, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την άλλη έχουμε την Κίνα να θέλει και αυτή την δική της αναγνώριση ως ανερχόμενη οικονομικοστρατιωτική δύναμη. Για τους παραπάνω λόγους Κίνα και Ρωσία, για όσο χρονικό διάστημα θα ταυτίζονται τα συμφέροντά τους θα τεστάρουν τις αντοχές της Δύσεως, αλλά παράλληλα θα ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μεταξύ τους σύγκρουσης, όχι απαραίτητα σε στρατιωτικό επίπεδο.
Αυτός ο κίνδυνος βέβαια, γεννά μια ακόμα ευκαιρία για τον λεγόμενο δυτικό κόσμο να κάνει την ύστατη προσπάθειά να τα βρει με τη Ρωσία πριν είναι πολύ αργά και για τους δύο.
Κλείνοντας το άρθρο μου θα ήθελα να ξεκαθαρίσω, ότι δεν είμαι διεθνολόγος και ότι το άρθρο μου βασίστηκε σε διαδικτυακή έρευνα ιστορικών και σημερινών γεγονότων με τη συνεργασία φίλου ανώτερου αξιωματικού του στρατού, με σκοπό την ενημέρωση, μέσα από τη σύνδεση αυτών των γεγονότων.
* Αθανάσιος Ι. Δημητριάδης,
μέλος του Μητρώου Πολιτικών στελεχών της Ν.Δ.
