Η ακρίβεια έχει γίνει καθημερινός εφιάλτης για χιλιάδες εργαζόμενους και τις οικογένειές τους. Οι αυξήσεις στα τρόφιμα, στο ηλεκτρικό ρεύμα, στα ενοίκια και στα καύσιμα απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη. Με την έλευση του χειμώνα, το κόστος της θέρμανσης έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη δυσβάσταχτο βάρος στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Οι αριθμοί αποτυπώνουν την πραγματικότητα. Με κατώτατο μικτό μισθό 920 ευρώ και ενδεικτική τιμή πετρελαίου θέρμανσης 1,55 ευρώ το λίτρο, η αγορά 500 λίτρων κοστίζει 775 ευρώ. Πρόκειται για ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 84% ενός μηνιαίου μικτού κατώτατου μισθού, χωρίς να υπολογίζονται οι κρατήσεις και οι υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες. Για έναν εργαζόμενο που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, η εξασφάλιση της θέρμανσης μετατρέπεται έτσι σε σοβαρή οικονομική δοκιμασία.
Το ερώτημα είναι απλό: πώς μπορεί ένας εργαζόμενος ή ένας συνταξιούχος να πληρώσει τη θέρμανση, όταν πρέπει ταυτόχρονα να καλύψει το σούπερ μάρκετ, το ηλεκτρικό ρεύμα, το ενοίκιο, τα φάρμακα του και τις μετακινήσεις του; Οι ονομαστικές αυξήσεις των μισθών και των συντάξεων χάνουν την αξία τους όταν οι ανατιμήσεις στα βασικά αγαθά και τις υπηρεσίες απορροφούν το πρόσθετο εισόδημα πριν ακόμη τελειώσει ο μήνας.
Η σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ενωση αναδεικνύει μια κρίσιμη διάσταση του προβλήματος: δεν αρκεί να εξετάζουμε πόσο κοστίζει το πετρέλαιο, αλλά πόσο από τον μισθό ή την σύνταξη απαιτείται για να το αγοράσει ένας εργαζόμενος και ένας συνταξιούχος. Οι τιμές της ενέργειας, η φορολογία και οι μισθοί διαφέρουν μεταξύ των κρατών-μελών. Επομένως, η πραγματική επιβάρυνση αποτυπώνεται στην αγοραστική δύναμη και όχι μόνο στην τιμή ανά λίτρο. Όταν το εισόδημα είναι χαμηλό και το κόστος ζωής υψηλό, ακόμη και μια μικρότερη ενεργειακή δαπάνη μπορεί να αποδειχθεί δυσβάσταχτη.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη θέρμανση. Η ακρίβεια λειτουργεί σωρευτικά: κάθε ανατίμηση αφαιρεί ένα ακόμη κομμάτι από το διαθέσιμο εισόδημα, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να καλύψουν βασικές ανάγκες. Όταν μια οικογένεια αναγκάζεται να περιορίσει τη θέρμανση για να πληρώσει το ρεύμα ή να αγοράσει τρόφιμα, τότε η οικονομική πίεση μετατρέπεται σε ζήτημα αξιοπρέπειας και ποιότητας ζωής.
Για την Πέλλα, όπου οι χειμώνες είναι απαιτητικοί και οι ανάγκες θέρμανσης αυξημένες, η επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η θέρμανση δεν αποτελεί πολυτέλεια ούτε δαπάνη που μπορεί εύκολα να περικοπεί. Είναι βασική προϋπόθεση για την υγεία και την αξιοπρεπή διαβίωση κάθε οικογένειας.
Τα επιδόματα θέρμανσης μπορούν να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, δεν αρκούν όμως από μόνα τους για να αντιμετωπίσουν τη συνολική πίεση της ακρίβειας. Χρειάζονται ουσιαστικά μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων και αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών. Παράλληλα, απαιτείται μια μισθολογική πολιτική που να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό κόστος διαβίωσης και να διασφαλίζει ότι οι αυξήσεις δεν θα εξανεμίζονται από τις ανατιμήσεις.
Η οικονομική κατάσταση μιας κοινωνίας δεν κρίνεται μόνο από τους δείκτες ανάπτυξης ή τις ανακοινώσεις για αυξήσεις μισθών. Κρίνεται από το αν ο πολίτης μπορεί να πληρώσει τους λογαριασμούς του, να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειας του και να κρατήσει το σπίτι του ζεστό.
Η ακρίβεια δεν είναι απλώς η αύξηση των τιμών. Είναι η σταδιακή απώλεια της δυνατότητας να ζει κανείς αξιοπρεπώς από την εργασία του. Κανένας εργαζόμενος δεν πρέπει να αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε ένα ζεστό σπίτι και την κάλυψη άλλων βασικών αναγκών. Ο μισθός και η σύνταξη πρέπει να εξασφαλίζουν αξιοπρεπή ζωή και όχι απλώς επιβίωση.
Νικόλαος Γκοτζαμάνης
Πρόεδρος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου
Εδεσσας και Αλμωπίας
