Δεν έχει περάσει ούτε μία εβδομάδα από τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας της PISA (Διεθνές Πρόγραμμα Αξιολόγησης Μαθητών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης – ΟΟΣΑ -), αλλά σπεύδω να γράψω το παρόν άρθρο σχετικά με αυτά. Και γιατί τέτοια βιασύνη; Τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό που χρήζει σχολιασμού; Δεν σκοπεύω να σας κρατήσω σε αγωνία, αλλά, πριν σχολιάσουμε τα αποτελέσματα, ας δούμε εν συντομία τι είναι αυτή η έρευνα PISA. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διεθνή συγκριτική έρευνα μαθητικών επιδόσεων, στην οποία αυτή τη φορά συμμετείχαν περισσότεροι από επτακόσιες εξήντα χιλιάδες δεκαπεντάχρονοι από ενενήντα μία χώρες και οικονομίες. Στην Ελλάδα συμμετείχαν έξι χιλιάδες οκτακόσιοι πενήντα οκτώ μαθητές από διακόσια είκοσι εννέα σχολεία. Η έρευνα εξετάζει αν ένας μαθητής μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά που γνωρίζει για να κατανοήσει ένα πρόβλημα, να επεξεργαστεί πληροφορίες, να σκεφτεί κριτικά και να ανταποκριθεί σε καταστάσεις που δεν του έχουν διδαχθεί αυτούσιες.
Και εδώ ακριβώς τα αποτελέσματα για την Ελλάδα πρέπει να μας προβληματίσουν. Στην κατανόηση κειμένου μόλις το 56% περίπου των Ελλήνων μαθητών έφτασε τουλάχιστον στο βασικό επίπεδο επαρκούς κατανόησης (επίπεδο 2), όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ ήταν 69%. Αυτό σημαίνει, αντιστρέφοντας τα ποσοστά, ότι σχεδόν 44 στους 100 Έλληνες δεκαπεντάχρονους βρίσκονται κάτω από το βασικό αυτό επίπεδο αναγνωστικής επάρκειας. Τι σημαίνει αυτό; Κάθε ένας από τους σαράντα τέσσερις αυτούς μαθητές δυσκολεύεται ή αδυνατεί να εντοπίσει την κύρια ιδέα ενός κειμένου μέτριας έκτασης. Δεν βρίσκει όλες τις απαραίτητες εκείνες πληροφορίες που θα του επιτρέψουν να σχολιάσει τις απόψεις του συγγραφέα, να προβληματιστεί πάνω στον σκοπό και στη μορφή του κειμένου. Επομένως, το πρόβλημα είναι βαθύτερο: δεν σημαίνει ότι αυτοί οι μαθητές είναι αναλφάβητοι ή ότι «δεν ξέρουν να διαβάζουν». Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά μπορούν να διαβάσουν τις λέξεις, αλλά δυσκολεύονται να μετατρέψουν την ανάγνωση σε ουσιαστική κατανόηση.
Η ανησυχία, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στα υψηλά ποσοστά χαμηλής κατανόησης και αξιολόγησης κειμένων, αλλά μεγεθύνεται τόσο από τον απελπιστικά μικρό αριθμό μαθητών που ανήκουν στην κορυφή της κλίμακας όσο και από το γεγονός ότι τα αρνητικά για τη χώρα μας αποτελέσματα συνεχώς διογκώνονται. Μόλις το 1% των Ελλήνων μαθητών φτάνει στα υψηλά επίπεδα (επίπεδο 5 και άνω) στην κατανόηση κειμένου, έναντι 6% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Σε αυτά τα επίπεδα ο μαθητής καλείται να κατανοεί εκτενή κείμενα, αφηρημένες έννοιες, να συνδυάζει πληροφορίες και να διακρίνει γεγονότα από απόψεις, ακόμη και όταν οι σχετικές ενδείξεις δεν δίνονται με προφανή τρόπο. Μόνο ένας, δηλαδή, στους εκατό μαθητές είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί με βεβαιότητα στις προσδοκίες και τις ελπίδες όσων οραματίζονται ένα καλύτερο μέλλον που να στηρίζεται στην ουσιαστική παιδεία. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εξέλιξη στον χρόνο. Το 2022 το 62% των Ελλήνων μαθητών βρισκόταν τουλάχιστον στο επίπεδο 2. Το 2025 το ποσοστό έπεσε στο 56%. Η επίδοση της Ελλάδας στην ανάγνωση μειώθηκε κατά 16 μονάδες μέσα σε μόλις τρία χρόνια, ενώ, σε σχέση με το 2015, το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις έχει αυξηθεί κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Η αναγνωστική επίδοση υποχωρεί συνολικά στις χώρες του ΟΟΣΑ και το 2025 καταγράφηκαν οι χαμηλότερες μέσες επιδόσεις που έχουν σημειωθεί έως σήμερα. Από το 2015 έως το 2025 η μέση επίδοση στην ανάγνωση μειώθηκε κατά 28 μονάδες στις χώρες του ΟΟΣΑ. Διαπιστώνεται ότι οι μαθητές δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο όταν πρέπει να διαβάσουν με προσοχή και για αρκετή ώρα. Η πτώση είναι εντονότερη στα μεγαλύτερα κείμενα και σε δραστηριότητες που απαιτούν σύνδεση πολλών πληροφοριών, αξιολόγηση του περιεχομένου και κριτικό αναστοχασμό. Παράλληλα, αυξήθηκε αισθητά το φαινόμενο της βιαστικής ανάγνωσης: μαθητές απαντούν γρήγορα, αλλά λανθασμένα, αντί να αφιερώσουν τον απαιτούμενο χρόνο στην κατανόηση. Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το πιο ανησυχητικό εύρημα. Ζούμε σε ένα περιβάλλον στο οποίο διαβάζουμε συνεχώς, αλλά συχνά αποσπασματικά: τίτλους, ειδοποιήσεις, μικρές αναρτήσεις, λεζάντες, σύντομα μηνύματα. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι αναγνωστικές συνήθειες έχουν αλλάξει και ότι η μετάβαση σε πιο σύντομες και κατακερματισμένες μορφές ψηφιακής ανάγνωσης μπορεί να αποτελεί μέρος του ευρύτερου περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μειώνεται η εξοικείωση των νέων με την παρατεταμένη και προσεκτική ανάγνωση.
Ίσως, λοιπόν, να θέτουμε τη λάθος ερώτηση, όταν αναρωτιόμαστε αν τα παιδιά «διαβάζουν αρκετά για το σχολείο». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι είδους αναγνώστες δημιουργούμε. Ένας μαθητής μπορεί να έχει διδαχθεί δεκάδες κείμενα και, παρ’ όλα αυτά, να δυσκολεύεται όταν βρεθεί μπροστά σε ένα άγνωστο κείμενο. Μπορεί να έχει απομνημονεύσει τρόπους ανάπτυξης παραγράφου, εκφραστικά μέσα ή έτοιμους ορισμούς και να μην μπορεί να απαντήσει στο απλούστερο (αλλά ουσιαστικότερο) ερώτημα: «Τι ακριβώς θέλει να πει εδώ ο συγγραφέας και από πού το συμπεραίνω;» Εκεί πρέπει να μετατοπιστεί το βάρος της διδασκαλίας. Χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο πραγματικής ανάγνωσης μέσα και έξω από το σχολείο. Όχι μόνο αποσπάσματα που υπάρχουν για να ακολουθήσουν δέκα ασκήσεις, αλλά ολόκληρα διηγήματα, άρθρα, δοκίμια, βιβλία. Χρειαζόμαστε συστηματική εξάσκηση στην αναζήτηση της κύριας ιδέας, στην εξαγωγή συμπερασμάτων, στη σύνδεση απομακρυσμένων σημείων ενός κειμένου, στην περίληψη με δικά μας λόγια και στην αιτιολόγηση μιας απάντησης με στοιχεία από το ίδιο το κείμενο.
Η κατανόηση, βέβαια, δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του φιλολόγου. Ο μαθητής πρέπει να μαθαίνει να διαβάζει προσεκτικά ένα πρόβλημα Μαθηματικών, μια ιστορική πηγή, ένα διάγραμμα, ένα επιστημονικό άρθρο, μια ανακοίνωση, ακόμη και τους όρους μιας ηλεκτρονικής υπηρεσίας. Η αναγνωστική ικανότητα είναι προϋπόθεση σχεδόν κάθε άλλης μάθησης. Ιδιαίτερη βαρύτητα χρειάζεται και το λεξιλόγιο. Όσο μικρότερος είναι ο γλωσσικός πλούτος ενός παιδιού, τόσο δυσκολότερα μπορεί να παρακολουθήσει ένα απαιτητικό κείμενο, να αντιληφθεί αποχρώσεις και να εκφράσει με ακρίβεια αυτό που κατάλαβε.
Χρειαζόμαστε επίσης να ξαναδώσουμε χώρο στη φιλαναγνωσία. Όχι όμως ως ακόμη μία σχολική υποχρέωση. Κρίνεται αναγκαίο το παιδί να μπορεί να επιλέξει βιβλία, να εγκαταλείψει ένα βιβλίο που δεν του ταιριάζει, να συζητήσει γι’ αυτό, να διαφωνήσει με τους ήρωές του, να το συνδέσει με τη δική του εμπειρία και να ανακαλύψει σταδιακά ότι η ανάγνωση μπορεί να είναι προσωπική απόλαυση και όχι μορφή εξέτασης. Η φιλαναγνωσία θα έρθει ως αποτέλεσμα εθελούσιας επιλογής και όχι ως εξαναγκασμός στα πλαίσια κάποιας «εκπαιδευτικής δράσης». Θέλουμε τα παιδιά να αφιερώνουν χρόνο στο βιβλίο επειδή το αγάπησαν και να το αγαπήσουν επειδή του αφιέρωσαν χρόνο!
Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους για τους οποίους δημιουργήθηκε ο διαγωνισμός φιλαναγνωσίας «Νέοι Αναγνώστες» για παιδιά 11 έως 15 ετών. Όχι επειδή ένας τοπικός διαγωνισμός μπορεί να λύσει ένα τόσο σύνθετο εκπαιδευτικό πρόβλημα. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει μια μικρή συμβολή σε μια διαφορετική κουλτούρα: να φέρει ένα παιδί πιο κοντά σε ένα ολόκληρο βιβλίο, να το παρακινήσει να το διαβάσει επειδή το επέλεξε και να του δώσει έναν λόγο να σκεφτεί, να δημιουργήσει και να μιλήσει γι’ αυτό. Θέλουμε να αυξήσουμε τους αναγνώστες. Είναι εδραία η πεποίθησή μας πως, αν ο άνθρωπος αφιερώσει μέρος του ελεύθερου χρόνου του στα βιβλία, θα βελτιωθεί ποιοτικά και ο υπόλοιπος χρόνος της ζωής του, είτε αφορά την εργασία, είτε την πνευματική καλλιέργεια και ψυχαγωγία.
Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται και η ουσία. Η απάντηση στα αποτελέσματα της PISA δεν είναι να αρχίσουμε να προετοιμάζουμε τα παιδιά για την… PISA. Ούτε να προσθέσουμε ακόμη περισσότερες εξετάσεις και ακόμη περισσότερη ύλη. Η απάντηση είναι να δημιουργήσουμε καλύτερους αναγνώστες. Παιδιά που μπορούν να σταθούν μπροστά σε ένα κείμενο χωρίς να βιάζονται. Παιδιά που επιτρέπουν στον εαυτό τους να αναρωτιέται. Που δεν θεωρούν χάσιμο χρόνου το να επιστρέψουν μία παράγραφο πίσω. Παιδιά που θα διακρίνουν το σημαντικό από το δευτερεύον. Που θα μπορούν να ελέγξουν μια πληροφορία. Θέλουμε οι αυριανοί πολίτες να είναι σε θέση να καταλαβαίνουν τι υπονοείται και τι αποδεικνύεται. Είναι κρίσιμο για μια κοινωνία τα μέλη της να μη φοβούνται να διαφωνήσουν με ένα κείμενο ή με έναν «ειδικό», αρκεί πρώτα να έχουν πραγματικά κατανοήσει τους λόγους της διαφωνίας. Σε μια εποχή που η πληροφορία μάς κατακλύζει και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μας δώσει απαντήσεις σε δευτερόλεπτα, αυτή η ικανότητα δεν είναι απλώς μία ακόμη σχολική δεξιότητα· είναι προϋπόθεση για να μπορεί ο αυριανός πολίτης να σκέφτεται μόνος του.
Τάσος Παπακώστας
“Φιλολογικό Εργαστήρι”
