Θεσμικοί και επιστημονικοί φορείς έστειλαν μήνυμα για πρόληψη και συνεργασία μεταξύ Πολιτείας, Δήμων, εκπαιδευτικής κοινότητας και κοινωνίας
Ι. Καϊτεζίδης: «Απέναντι σε ένα τόσο σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο δεν χωρούν ούτε εύκολες απαντήσεις ούτε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται συνεργασία, γνώση, σχέδιο και πάνω απ’ όλα πρόληψη»
Λ. Κυρίζογλου: «Πολυπαραγοντικό κοινωνικό φαινόμενο, που δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ατομική αποτυχία των νέων, αλλά ως αποτυχία των θεσμών της κοινωνίας μας»
Τον καθοριστικό ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην πρόληψη και αντιμετώπιση της Νεανικής Παραβατικότητας, ενός σύνθετου κοινωνικού φαινομένου, που απαιτεί συντονισμένες δράσεις και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ Πολιτείας, Δήμων, εκπαιδευτικής κοινότητας και κοινωνίας, ανάδειξε η Ημερίδα με θέμα «Νεανική Παραβατικότητα – Η στρατηγική της Αυτοδιοίκησης για την πρόληψη και την αντιμετώπισή της».
Η Ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, οργανώθηκε από το Ινστιτούτο Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ι.Τ.Α), την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) σε συνεργασία με την Περιφερειακή Ένωση των Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας (ΠΕΔΚΜ). Παρέστησαν οι υφυπουργοί Παιδείας και Εργασίας Νίκος Παπαϊωάννου και Άννα Ευθυμίου, αιρετοί και επιστημονικοί φορείς, ενώ συμμετείχαν μαθητές του Γενικού Λυκείου Ευκαρπίας. Την έναρξη της ημερίδας χαιρέτισε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος, ο οποίος αναφέρθηκε στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται για την αντιμετώπιση του φαινομένου, σημειώνοντας ότι «όλοι μας έχουμε πληγωθεί από αυτό που ονομάζεται νεανική παραβατικότητα».
Τις εργασίες άνοιξαν ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης και δήμαρχος Παπάγου-Χολαργού Ηλίας Αποστολόπουλος και ο πρόεδρος της Επιτροπής Εγκληματικότητας – Παραβατικότητας των Νέων της ΚΕΔΕ, Μιχάλης Καραμαλάκης, τονίζοντας τη σημασία της επιστημονικής γνώσης και της θεσμικής συνεργασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας.
Ι. Καϊτεζίδης: Χρειάζεται συνεργασία, γνώση, σχέδιο και πρόληψη
Τους συμμετέχοντες καλωσόρισε στη Θεσσαλονίκη ο πρόεδρος της Περιφερειακής Ένωσης των Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας (ΠΕΔΚΜ), δήμαρχος Πυλαίας – Χορτιάτη Ιγνάτιος Καϊτεζίδης, επισημαίνοντας ότι η πρωτοβουλία της ΚΕΔΕ και του ΙΤΑ για την εκπόνηση της μελέτης, που βασίζεται σε δυο έρευνες, μπορεί να οδηγήσει σε προτάσεις που μπορούν να γίνουν πράξη στις πόλεις και στις γειτονιές. «Γιατί όταν μιλάμε για τα παιδιά και τους νέους μας», είπε, «δεν μιλάμε απλώς για το μέλλον, αλλά για την πιο ελπιδοφόρα γενιά κάθε κοινωνίας, τα νέα παιδιά για τα οποία όλοι μας αξίζει να κάνουμε ό,τι περισσότερο μπορούμε».
Τόνισε ακόμη ότι «το φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας είναι ένα από τα πιο ευαίσθητα και σύνθετα ζητήματα της εποχής μας και θέτει ερωτήματα, κυρίως, το πώς μπορούμε να σταθούμε ως Αυτοδιοίκηση έγκαιρα και ουσιαστικά δίπλα στους νέους ανθρώπους, τα παιδιά μας».
Απέναντι σε ένα τόσο σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο, συνέχισε ο κ. Καϊτεζίδης, δεν χωρούν ούτε εύκολες απαντήσεις, ούτε αποσπασματικές παρεμβάσεις. «Χρειάζεται συνεργασία, γνώση, σχέδιο, και πάνω απ’ όλα, χρειάζεται πρόληψη. Όσοι υπηρετούμε την Αυτοδιοίκηση επί πολλά χρόνια γνωρίζουμε καλά ότι τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα εμφανίζονται πρώτα στις πόλεις μας, στις γειτονιές, τα σχολεία μας και στην οικογένεια», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Για αυτό και η Αυτοδιοίκηση, είπε, έχει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, όχι για να υποκαταστήσει την Πολιτεία, την εκπαιδευτική κοινότητα ή την οικογένεια, αλλά για να ενώσει δυνάμεις. Να δημιουργήσει δίκτυα συνεργασίας, να στηρίξει τις κοινωνικές της υπηρεσίες, να αξιοποιήσει τον αθλητισμό, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση και τις τοπικές δομές ως πεδία πρόληψης, συμμετοχής και κοινωνικής ένταξης.
Ο κ. Καϊτεζίδης αναφέρθηκε και στην εμπειρία των αιρετών, λέγοντας ότι τούς έχει διδάξει κάτι πολύ σημαντικό. «Ότι πίσω από τους αριθμούς και τα περιστατικά υπάρχει ένας νέος άνθρωπος. Ένα παιδί που πολλές φορές χρειάζεται να το ακούσουμε, πριν χρειαστεί να το αντιμετωπίσουμε. Να του δώσουμε χώρο, ευκαιρίες, στήριξη και προοπτική. Για αυτό η συζήτηση για τη νεανική παραβατικότητα δεν μπορεί να εξαντλείται στην καταστολή, αλλά πρέπει να ξεκινά πολύ νωρίτερα, από την πρόληψη, από την οικογένεια και το σχολείο, από τη γειτονιά και την τοπική κοινωνία».
Μάλιστα, με αφορμή την έρευνα που παρουσιάστηκε, ο πρόεδρος της ΠΕΔΚΜ, επισήμανε ότι αποτελεί μια ευκαιρία να αποκτήσουν οι Δήμοι ένα πλαίσιο και συγκεκριμένα εργαλεία, ώστε κάθε τοπική κοινωνία να μπορεί να σχεδιάζει παρεμβάσεις προσαρμοσμένες στις δικές της ανάγκες.
Λ. Κυρίζογλου: Να ακούμε τις αγωνίες των νέων μας
Στην κεντρική του ομιλία ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ Λάζαρος Κυρίζογλου υπογράμμισε ότι η πρωτοβουλία της ΚΕΔΕ και του ΙΤΑ για τη μελέτη και τη δημόσια συζήτηση του ζητήματος αποτελεί μια ουσιαστική παρέμβαση της Αυτοδιοίκησης σε ένα κοινωνικό πρόβλημα που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις.
Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ, χαρακτήρισε τη νεανική παραβατικότητα πολυπαραγοντικό κοινωνικό φαινόμενο, που δεν πρέπει, όπως είπε, να εκλαμβάνεται ως ατομική αποτυχία των νέων, αλλά ως αποτυχία των θεσμών της κοινωνίας μας και πρόσθεσε πως συνδέεται με την αναζήτηση ταυτότητας, την αμφισβήτηση των κανόνων και ορίων, το πέρασμα από την ανηλικότητα στην ενηλικίωση.
«Ως Αυτοδιοίκηση δεν επιθυμούμε να αποτελέσουμε μέρος του κατασταλτικού μηχανισμού της Πολιτείας. Δεν είναι αυτή η δουλειά μας. Δική μας δουλειά κι ευθύνη είναι να έχουμε καταρχήν τα ραντάρ μας ανοικτά. Να ακούμε τις αγωνίες των νέων μας. Να συνεργαζόμαστε στενά με όσους εμπλέκονται καθημερινά στη διαχείριση των ζητημάτων που τους απασχολούν, τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς, τους ψυχολόγους και τους κοινωνικούς λειτουργούς, ώστε πριν προτείνουμε δράσεις, να έχουμε αποκτήσει προηγουμένως ολοκληρωμένη εικόνα των στάσεων, των προβληματισμών, των προσδοκιών της νεολαίας μας», τόνισε ο κ. Κυρίζογλου.
Η πρόληψη να αρχίζει με την πρώτη ένδειξη
Με το ερώτημα τι πρέπει να κάνουν η Αυτοδιοίκηση και οι εμπλεκόμενοι φορείς πριν ένα παιδί γίνει θύμα ή θύτης, άρχισε την τοποθέτησή του ο πρόεδρος του ΙΤΑ και δήμαρχος Παπάγου – Χολαργού, Ηλίας Αποστολόπουλος, επισημαίνοντας ότι πίσω από κάθε περιστατικό παραβατικότητας βρίσκεται ένας νέος άνθρωπος, ένα παιδί που μπορεί να έχει υπάρξει θύμα και μία οικογένεια που ενδεχομένως χρειάζεται στήριξη.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε σε ένα κρίσιμο «τρίγωνο»: οικογένεια, σχολείο και κοινωνικά δίκτυα – ψηφιακός κόσμος, λέγοντας πως η πρόληψη πρέπει να αρχίζει από την πρώτη ένδειξη ότι ένα παιδί χρειάζεται βοήθεια και όχι όταν η παραβατική συμπεριφορά έχει ήδη εκδηλωθεί.
Στην ανάγκη μετάβασης από τη διαπίστωση του προβλήματος σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις στάθηκε ο πρόεδρος της Επιτροπής Εγκληματικότητας – Παραβατικότητας των Νέων της ΚΕΔΕ, Μιχάλης Καραμαλάκης. «Η πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας είναι υπόθεση κοινής ευθύνης», τόνισε, εξηγώντας παράλληλα ότι στόχος είναι να συνδυαστούν οι δυνατότητες της Αυτοδιοίκησης με την επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση και να δημιουργηθούν συγκεκριμένα εργαλεία παρέμβασης.
Ξεκαθάρισε πάντως ότι η νεανική παραβατικότητα δεν αντιμετωπίζεται μόνο όταν εκδηλωθεί, αλλά κυρίως όταν η κοινωνία επιλέξει να σταθεί έγκαιρα δίπλα στη νέα γενιά.
Από την πλευρά του ο Βάιος Νταφούλης διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Διευθυντής του Παιδοψυχιατρικού Τμήματος του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης τόνισε ότι η βία εμφανίζεται στο σχολείο αλλά δεν είναι ψυχιατρική νόσος. Όπως είπε, όλες οι συμπεριφορές είναι λειτουργικές, εξυπηρετούν έναν σκοπό, αντανακλούν αλληλεπιδράσεις μεταξύ των εξωτερικών γεγονότων και του εσωτερικού κόσμου του παιδιού.
Στις αιτιολογίες, ανέφερε, περιλαμβάνονται γενετικοί παράγοντες, η ιδιοσυγκρασία ενός παιδιού, τα περιγεννητικά προβλήματα, η κακοποίηση και η παραμέληση, η αδιαφορία των γονέων, η σκληρή διαπαιδαγώγηση, το μέγεθος της οικογένειας, η ψυχική νόσος των γονέων, ένα κακό διαζύγιο και η παρέα με συνομήλικους παραπτωματίες. Από την άλλη πλευρά επισήμανε ότι για την εμφάνιση παραβατικής συμπεριφοράς υπάρχουν και καθαρά ιατρικές περιπτώσεις όπως τα παιδιατρικά σύνδρομα, σωματικά αίτια, ένα περιβάλλον φτωχό, αντιδράσεις σε συναισθηματικό τραύμα ή ψυχική διαταραχή κ.α
Η έρευνα σε αριθμούς
Τα αποτελέσματα της μελέτης, η οποία ενσωμάτωσε στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας αλλά και δεδομένα από την Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων, παρουσίασε ο πρόεδρος της Επιτροπής Εγκληματικότητας – Παραβατικότητας Νέων της ΚΕΔΕ, Μ. Καραμαλάκης. Σύμφωνα με αυτά:
-Το 95,3% του γενικού πληθυσμού θεωρεί ότι η νεανική παραβατικότητα έχει αυξηθεί σε σχέση με το παρελθόν.
-Αυτή η πεποίθηση είναι ευρεία και διατρέχει όλες τις ηλικιακές ομάδες
-Υπάρχει απόσταση ανάμεσα στην γενική αίσθηση αύξησης και στη γνώση των περιστατικών στο ευρύτερο περιβάλλον του ερωτώμενου.
-Στον γενικό πληθυσμό μόλις στο 29,5% δηλώνει ότι έχει υποπέσει στην αντίληψή του κάποιο περιστατικό νεανικής παραβατικότητας.
-Το 96% θεωρεί ότι η νεανική παραβατικότητα έχει αυξηθεί, ενώ το 43,5% δηλώνει ότι έχει υποπέσει στην αντίληψή του περιστατικό στο ευρύτερο οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον.
Στον γενικό πληθυσμό ως σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου για την εκδήλωση νεανικής παραβατικότητας αναδείχθηκαν:
- Η έλλειψη επικοινωνίας και επίβλεψης στο οικογενειακό περιβάλλον (64,9% πολύ, 23,4% αρκετά).
- Η κοινωνική αποστασιοποίηση και οι εθισμοί -ίντερνετ, βιντεοπαιχνίδια, ναρκωτικά (61,3% πολύ, 23,1% αρκετά).
- Τα βίαια πρότυπα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα βιοντεοπαιχνίδια (61,1% πολύ, 19,2% αρκετά).
- Η αξιακή κρίση στην κοινωνία -ατομικισμός, ανταγωνισμός, κανονικοποίηση της βίας ως αποδεκτής συμπεριφοράς (56,1% πολύ, 26% αρκετά)
- Η κρίση του σχολείου και η υποβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας (44,1% πολύ, 29,2% αρκετά).
6.Νούμερο ένα παράγοντας κινδύνου αποτελεί η έλλειψη επικοινωνίας και επίβλεψης στο οικογενειακό περιβάλλον και οι νέοι ηλικίας από 16 – 24 ετών.
7.Το 38,5% των ερωτώμενων απάντησε ότι πανδημία επηρέασε την αύξηση των περιστατικών νεανικής παραβατικότητας, ενώ το 73 7% θεωρεί ότι η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας έχει συμβάλλει στο φαινόμενο.
8.Οι περιπτώσεις που έγιναν αντιληπτές στο οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον του ερωτώμενου, αυτές αφορούν ιατρική βία σε ποσοστό 48,5%, μπούλινγκ σε ποσοστό 46,5% και η σωματική κακοποίηση σε ποσοστό 40,4%.
