Στα “μονοπάτια” της ποίησης ο Θεοφάνης Μίσχος άρχισε να κυκλοφορεί σε πολύ νεαρή ηλικία, και από τότε “γράφει διαρκώς”.
Εκφράζοντας συναισθήματα, κρυφές ή φανερές σκέψεις…
Ενα ταξίδι που συνεχίζεται· παράλληλα με την επιθυμία του, να μπορεί ο αναγνώστης του να “αισθανθεί” και να καταλάβει τα γραφόμενά του.
“…Οι δρόμοι που περπάτησα, τα στενά που διάβηκα,
οι στιγμές που έζησα, οι άνθρωποι που γνώρισα
η πείρα που απέκτησα,
ήταν όλα όσα έπρεπε να γίνουν
για να βρεθώ εδώ.”…
γράφει σ’ ένα από αυτά…
Ολα μαζί “σαράντα” ποιήματα ερωτικής ποίησης, που αποτελούν την πρώτη ποιητική του συλλογή, με τίτλο “Νυχτερινές Εξομολογήσεις”.
Και συνεχίζει:
…”Σε αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο,
σε αυτό το συγκεκριμένο γραφείο,
με αυτό το συγκεκριμένο μολύβι,
να γράφω σε λευκές σελίδες.
Αυτό το ποίημα.
Και το επόμενο.
Και το επόμενο.
Και το επόμενο”…
Σκέψεις που γίνονται εξομολόγηση και περιγράφουν “στόχους”….
Αυτό ευχόμαστε και εμείς…Να δούμε σύντομα την ποιητική του συλλογή να φιγουράρει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.
Μέχρι τότε, όσοι θέλετε να μάθετε περισσότερα για τον Θεοφάνη ή να διαβάσετε ποιήματά του, ακολουθήστε τον στα social media
https://www.instagram.com/theofanis_mischos/
https://www.facebook.com/theofanismisxos
Η συνέντευξη
“Ε”: Διάβασα το τελευταίο σου ποίημα “Περίλυπος εστίν η ψυχή μου”…. Σε στενοχωρούν, Θεοφάνη, όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας· ο κορωνοϊός, η οικονομική κρίση, η ένδεια, γι’ αυτό και οι ποιητικές … “αποδράσεις” σου;
– Φυσικά με στεναχωρούν, αφού τα βιώνω και σε προσωπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, όλοι, λίγο πολύ, έχουμε “χαθεί” ακόμα και με πολύ στενά συγγενικά μας πρόσωπα εξαιτίας του κορωνοϊού.
Η δημιουργία ενός ποιήματος λειτουργεί ως μια απόδραση από αυτές τις καταστάσεις και κάνει το μυαλό να τρέχει, να δραπετεύει, αφού τα περισσότερα, δεν έχουν ως θέμα τους τον κορωνοϊό ή την οικονομική κρίση, αλλά τα συναισθήματα του έρωτα και της αγάπης.
“Ε”: Τι σου δίνει κίνητρο για να γράψεις και, αλήθεια, τι ήταν αυτό που σε ώθησε να ασχοληθείς, σε τόσο νεαρή ηλικία, με την ποίηση;
– Νομίζω πως η ίδια η ζωή και οι εμπειρίες που σου προσφέρει αποτελούν τόσο κίνητρο όσο και αφορμή.
Ξεκίνησα να γράφω ποιήματα από 15-16 χρονών, όταν πήγαινα Α’ Λυκείου. Εκεί έγινε και η πρώτη ουσιαστική γνωριμία με την ποίηση, μέσα από το μάθημα της λογοτεχνίας. Με μάγεψε η ποικιλία του είδους. Ο τρόπος με τον οποίο διάφοροι ποιητές εξέφραζαν τον εσωτερικό τους κόσμο και πλούτο.
Έτσι αποφάσισα να δοκιμάσω και να κάνω μια απόπειρα. Δε θυμάμαι, αν ήταν πετυχημένη ή όχι. Ξέρω όμως ότι γράφω διαρκώς από τότε.
“Ε”: Συμφωνείς με την άποψη του Somerset Maugham ότι η ποίηση είναι “η κορωνίδα της λογοτεχνίας”;
– Γενικότερα προσπαθώ να μην είμαι απόλυτος στις απόψεις μου και σκέφτομαι πως είναι “άδικο’” να θεωρήσουμε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδους “ανώτερο” από τα υπόλοιπα.
Κάθε ένα έχει να προσφέρει κάτι διαφορετικό, κάτι ξεχωριστό στον αναγνώστη. Άλλο ποίηση, άλλο πεζογραφία.
Θα προτιμούσα την έκφραση “η ποίηση είναι ένα από τα ομορφότερα λογοτεχνικά είδη”.
“Ε”: Τι έχεις αγαπήσει περισσότερο στην ποίηση, Θεοφάνη;
– Την ελευθερία που μου προσφέρει. Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω ένιωθα ελεύθερος, να πω οτιδήποτε αισθάνομαι, να γράψω κάθε κρυφή και φανερή σκέψη, να εκφράσω οποιοδήποτε συναίσθημα, με οποιονδήποτε τρόπο.
Είτε κυριολεκτικά, είτε μεταφορικά. Η ίδια η ποίηση σου παρέχει άπειρους τρόπους, να δουλέψεις και να μάθεις. Είναι μία αστείρευτη πηγή με νερό, από την οποία, αν πιείς μία φορά, μετά κανένα άλλο “νερό” δε θα σε γεμίζει το ίδιο.
“Ε”: Ποιό είναι το αγαπημένο σου ποίημα, που θα ήθελες να αφιερώσεις στους αναγνώστες μας, και γιατί;
– Είναι πολλά τα ποιήματα που αγαπώ, για να ξεχωρίσω κάποιο. Ωστόσο στους αναγνώστες θα ήθελα να αφιερώσω ένα απόσπασμα από το ποίημα “Ιθάκη” του Καβάφη.
Είναι ένα από τα ομορφότερα ποιήματα που έχω διαβάσει και αν κάποιος καταφέρει να κατανοήσει τον διδακτικό του χαρακτήρα, σίγουρα θα βγει πολύ κερδισμένος.
Ἡ Ἰθάκη σ᾿ ἔδωσε τ᾿ ὡραῖο ταξίδι.
Χωρὶς αὐτὴν δὲν θἄβγαινες στὸν δρόμο.
Ἄλλα δὲν ἔχει νὰ σὲ δώσει πιά.
Κι ἂν πτωχικὴ τὴν βρῇς, ἡ Ἰθάκη δὲν σὲ γέλασε.
Ἔτσι σοφὸς ποὺ ἔγινες, μὲ τόση πείρα,
ἤδη θὰ τὸ κατάλαβες ᾑ Ἰθάκες τί σημαίνουν.
“Ε”: Οταν αποτυπώνεις τις σκέψεις σου στο χαρτί, αυτό που έχεις κατά νου είναι να είναι κατανοητές απ’ τους αναγνώστες σου, ή απλά αυτό που θέλεις είναι να εκφράσεις συναισθήματα της στιγμής;
– Και τα δύο. Όταν μου έρχεται η έμπνευση και ξεκινάω να γράφω ένα ποίημα, προσπαθώ να αποδώσω τις σκέψεις μου και τα νοήματα με όσο το δυνατόν πιο απλό τρόπο. Γι’ αυτό προσέχω πολύ κάθε λέξη που θα χρησιμοποιήσω και έχω πάντα υπόψη μου ένα συγκεκριμένο ρήμα. Το ρήμα “Αισθάνομαι”.
Στα αρχαία ελληνικά σημαίνει καταλαβαίνω.Αυτός είναι ο σκοπός μου και η σχέση που θέλω να αναπτυχθεί μεταξύ του αναγνώστη και του ποιήματος. Δηλαδή να το “αισθανθεί”, για να το καταλάβει.
“Ε”: Θα ήθελες μια μέρα να δεις να κυκλοφορεί η πρώτη ποιητική σου συλλογή;
– Εννοείται πως θα το ήθελα και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, έχω ολοκληρώσει ήδη την πρώτη ποιητική συλλογή με τίτλο “Νυχτερινές Εξομολογήσεις”.
Πρόκειται για ένα έργο με 40 ποιήματα ερωτικής ποίησης, ο τίτλος του οποίου προέκυψε πολύ φυσικά, αφού το κάθε ένα είναι γραμμένο νύχτα. Αυτή τη στιγμή, λοιπόν, βρίσκομαι στην αναζήτηση ενός εκδοτικού οίκου, ο οποίος θα εμπιστευτεί και θα στηρίξει την προσπάθεια ενός νέου ποιητή, που θέλει να μοιραστεί με τους αναγνώστες, τον τρόπο που “αισθάνεται” τον κόσμο.
ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΙΔΑΣ ΤΟΥ
Ποίηση είναι…
Η ποίηση είναι μαθήματα ζωής.
Σε διδάσκει,
Πως από ένα Σ’αγαπώ,
Μπορείς να ανακαλύψεις,
Ένα πλήθος συναισθημάτων,
Μόνο για εκείνη.
Πως από ένα Ευχαριστώ
Μπορείς να ξεχωρίσεις
Φίλους και εχθρούς.
Πως από ένα Γεια
Μπορείς να δεις χιλιάδες πόρτες.
Άλλες να σε αποχαιρετούν
Κι άλλες να σε καλωσορίζουν.
Μα κυρίως η ποίηση
Σε διδάσκει να είσαι Εσύ!
Και όχι κάποιος άλλος.
Μονόλογος με το Θείο
Μιλούσα με τον Θεό για σένα. Του είπα:
Κάποτε άνθιζαν τα ρόδα και τα κρίνα.
Κάποτε η γειτονιά τραγουδούσε.
Κάποτε το πρωινό ξύπνημα
θύμιζε ευχαρίστηση.
Γιατί και η πραγματικότητα
θύμιζε όνειρο.
Αχαρτογράφητα νερά της καρδιάς και του μυαλού
έστελναν σήματα χαράς στην ψυχή.
Κι εκείνη σκιρτούσε.
Μπορούσε να κάνει και αλλιώς;
Αφού ήσουν το πρώτο πράγμα που αντίκριζε.
Τα πουλιά κελαηδούσαν με τη φωνή σου.
Ο ήλιος έριχνε αμέσως τις ακτίνες του
επάνω στο παράθυρό σου.
Του έπιασα το χέρι βουρκωμένος από τις αναμνήσεις
και συνέχισα:
Κι εκείνο το χαμόγελο, εκείνο το γέλιο της.
Τι έμπνευση είχες όταν τα σχεδίαζες;
Πόσο γεμάτος να νιώσει κανείς όταν το βλέπει;
Πόσο χαρούμενος όταν το ακούει;
Ποιου αστεριού τη λάμψη κρύβει;
Ποιου ήλιου φως και θέρμη;
Ποιος αρκετά αφελής θα βρεθεί να τα απαρνηθεί;
Άφησε με, επίτρεψέ μου να το ξαναδώ, να το ακούσω, να το γευτώ σαν πρώτα…Θεέ μου.
